Τα παραδοσιακά παιχνίδια των Αμυγδαλιών

Τα έχουμε παίξει όλοι οι άνω των ...ήντα. Δεν είναι όμως κάπου καταγεγραμμένα. Γι αυτό και  κάναμε αυτήν την προσπάθεια καταγραφής τους μέσω της δημόσιας διαβούλευσης...

Ήδη έχουν γίνει κάποιες συζητήσεις στο καφενείο. 

Έγινε παρουσίαση κάθε παιχνιδιού ξεχωριστά για συζήτηση και συμπλήρωση.

Και ιδού το αποτέλεσμα...

Η προσπάθεια συνεχίζεται... 


Παραδοσιακά παιχνίδια των Αμυγδαλιών 

ΟΜΑΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ 

Ο πετροπόλεμος

Παιζόταν από αγόρια μετά από τα χρόνια του εμφυλίου και μέχρι το 1970 περίπου. Η μία ομάδα πετροβολούσε την άλλη με θύματα και από τις δύο πλευρές. Στις δε πληγές που γίνονταν στα κεφάλια, έβαζαν πιπέρι... 

Η καμπλίτσα

Ομαδικό παιχνίδι, παιζόταν από δύο ομάδες αγοριών. Η μία ομάδα έφτιαχνε έναν κύκλο με τα κεφάλια σκυμμένα και τα χέρια ενωμένα στους ώμους. Έβγαζαν όλοι τις ζώνες τους, τις ένωναν μεταξύ τους και την μία άκρη την κρατούσε ένας από την ομάδα και την άλλη άκρη την κρατούσε ο φύλακας. Τα μέλη της δεύτερης ομάδας προσπαθούσαν να ανέβουν πάνω στις πλάτες της άλλης ομάδας και ο φύλακας προσπαθούσε να τους κλωτσήσει. Αν το κατάφερνε τότε οι ομάδες άλλαζαν θέση. Αν δεν το κατάφερνε τότε τα μέλη της μιας ομάδας ανέβαιναν πάνω στις πλάτες της άλλης ομάδας και ή θα υποχωρούσαν από το βάρος, οπότε τα ξαναφυλούσαν ή κάποιο από τα μέλη της άλλης ομάδας θα πατούσε το πόδι του στο χώμα, ο φύλακας θα τον κλωτσούσε και έτσι οι ομάδες θα άλλαζαν θέση.

Τζιβοτενεκές - Μπίσκα 

Ομαδικό παιχνίδι, παιζόταν από αγόρια και κορίτσια με ένα τενεκεδάκι (κουτί από γάλα) και κοντάρι ενός ή ενάμιση μέτρου μήκους. Ένα παιδί ήταν φύλακας, αυτός έφτιαχνε έναν κύκλο με διάμετρο μισό μέτρο περίπου και έβαζε μέσα το τενεκεδάκι. Χτυπούσε το τενεκεδάκι με το κοντάρι για να πάει όσο πιο μακρυά μπορούσε. Τα άλλα παιδιά με τα δικά τους κοντάρια προσπαθούσαν να επαναφέρουν το τενεκεδάκι μέσα στον κύκλο και ο φύλακας με το δικό του κοντάρι τους το απέτρεπε. Όταν κάποιος κατάφερνε να βάλει το τενεκεδάκι μέσα στον κύκλο τότε γινόταν αυτός φύλακας και το παιχνίδι ξανάρχιζε...

Μακριά γαϊδούρα 

Παιζόταν από δύο ομάδες αγοριών. Η μία ομάδα τα φυλούσε με έναν όρθιο που ακουμπούσε στον τοίχο και οι υπόλοιποι σκυμμένοι ο πρώτος έβαζε το κεφάλι του στην κοιλιά του όρθιου και οι υπόλοιποι έβαζαν το κεφάλι τους κάτω από τα πόδια του μπροστινού τους. Τα αγόρια της άλλης ομάδας προσπαθούσαν να ανέβουν όλοι στις πλάτες των αγοριών της άλλης ομάδας. Αν κάποιος από αυτούς που ήταν πάνω στις πλάτες των άλλων πατούσε το πόδι του στο χώμα τότε άλλαζαν θέση, διαφορετικά τα αγόρια της άλλης ομάδας θα υποχωρούσαν από το βάρος και έτσι το παιχνίδι επαναλαμβανόταν. 

Σκλέντζα

Παιζόταν από αγόρια και κορίτσια με ένα κοντάρι μήκους ένα έως ενάμιση μέτρο (σκλεντζάρι) και ένα λεπτό ξύλο μήκους περίπου 30-40 εκατοστών (σκλέντζα). Ο φύλακας έφτιαχνε έναν κύκλο διαμέτρου περίπου μισό μέτρο, έβαζε μέσα το ξύλο και το χτυπούσε με το κοντάρι για να πάει όσο πιο μακριά μπορούσε. Τα υπόλοιπα παιδιά προσπαθούσαν με τα χέρια τους να ρίξουν το ξύλο μέσα στον κύκλο και ο φύλακας με το κοντάρι το χτυπούσε για να μην μπει μέσα στον κύκλο. Όποιος κατάφερνε να βάλει το ξύλο μέσα στον κύκλο γινόταν αυτός ο φύλακας με το κοντάρι...

Άρματα 

Παιζόταν από δύο ομάδες παιδιών αγόρια και κορίτσια. Η μία ομάδα σχεδίαζε στο χώμα την πορεία που θα ακολουθήσει και το σημείο όπου θα κρυφτεί και ξεκινούσε για εκεί. Μόλις έφτανε στο σημείο που είχαν ορίσει για να κρυφτούν τότε όλοι μαζί φώναζαν δυνατά "άρματααααα" και τότε ξεκινούσε η άλλη ομάδα για να πάει να τους βρει. Αν τους έβρισκε τότε άλλαζαν θέση. Αν δεν τα κατάφερνε να τους βρει, τότε το παιχνίδι επαναλαμβανόταν. Το παιχνίδι αυτό παιζόταν ακόμα και την νύχτα και κρυβόντουσαν πολύ μακριά από το χωριό!

Τζίβο - κρυφτό 

Είναι το γνωστό κρυφτό. Παιζόταν από αγόρια και κορίτσια. Ένας τα φυλούσε με τα μάτια κλειστά και το πρόσωπο κολλημένο σε έναν τοίχο ή σε έναν δέντρο. Μετρούσε μέχρι το 10, 20 ή 30 μέχρι οι άλλοι να κρυφτούν και έλεγε "φτου και βγαίνω κι όποιον βρω τον φτω". Αν έβρισκε κάποιον κρυμμένο, έπρεπε να τρέξει γρήγορα για να προφτάσει να φτύσει στο σημείο που φυλούσε, αν τον προλάβαινε ο κρυμμένος τότε τα ξαναφυλούσε. Έπρεπε να τους βρει όλους για να αλλάξει θέση, διαφορετικά τα ξαναφυλούσε ο ίδιος...

Ζυμ

Παιζόταν από δύο ομάδες αγοριών. Η μία ομάδα έφτιαχνε ένα ημικύκλιο διαμέτρου περίπου 3-4 μέτρων έμπαιναν εκεί μέσα. Η άλλη ομάδα ήταν ελεύθερη στον χώρο. Τα αγόρια της ομάδας που ήταν μέσα στο ημικύκλιο έβγαιναν με το ένα πόδι στο κουτσό, φώναζαν συνεχόμενα "ζυμ" και προσπαθούσαν να πιάσουν κάποιο από τα αγόρια της άλλης ομάδας αν το έπιαναν το έπαιρναν αιχμάλωτο μέσα στο ημικύκλιο και τα μέλη της άλλης ομάδας προσπαθούσαν να τον αγγίξουν για να τον απελευθερώσουν. Αν τους έπιαναν όλους αιχμαλώτους τότε οι ομάδες άλλαζαν θέση. Αν κάποιο από τα μέλη της ομάδας που ήταν στο κουτσό έξω από το ημικύκλιο πατούσε και το άλλο πόδι στο χώμα τότε τα μέλη της άλλης ομάδας τον κυνηγούσαν και τον χτυπούσαν ανελέητα μέχρι να μπει μέσα στο ημικύκλιο.

Λουκουμάκια 

Παιχνίδι του χειμώνα πάνω στο φρέσκο χιόνι. Μόλις σταματούσε η χιονόπτωση τα παιδιά έβγαιναν σε οικόπεδα ή πλατείες και με τα πόδια τους έφτιαχναν πάνω στο χιόνι τετράγωνα ή ορθογώνια που τα ονόμαζαν λουκουμάκια... 

Χιονοπόλεμος 

Παιχνίδι του χειμώνα. Παιζόταν από αγόρια και κορίτσια. Χωριζόντουσαν σε δύο αντίπαλες ομάδες και με σφιχτές χιονόμπαλες που έφτιαχναν  με τα χέρια τους προσπαθούσαν να χτυπήσουν παιδιά της αντίπαλης ομάδας.

Γκλίστρα 


Παιχνίδι του χειμώνα κι αυτό και παιζόταν κυρίως από αγόρια. Αφού χιόνιζε, πήγαιναν σε κατηφορικά μέρη και με κάποια σακούλα γεμάτη άχυρο ή με κάποια παπούτσια παλιά πυ γλιστρούσαν (μήπως είχε και κανείς καινούργια παπούτσια;) γλιστρούσαν στην κατηφόρα, έκαναν όπως θα λέγαμε σήμερα σκι. Αν δεν κάνω λάθος η μεγαλύτερη γλίστρα ήταν στους Καραλιολιαίους. Ξεκινούσε από το αλώνι το Καρολιάθκο (πίσω από το βενζινάδικο) και έφτανε πολλές φορές μέχρι τον Τσούρκα. Το πιο δύσκολο σημείο της γκλίστρας ήταν να μπορέσεις να πάρεις την στροφή στο σπίτι του Ντουνιά... Αξέχαστες στιγμές... 

Χιονάνθρωπος

Κι αυτό παιχνίδι του χειμώνα που παίζεται μέχρι σήμερα όταν χιονίζει... Μόλις χιόνιζε, αγόρια και κορίτσια, μαζί με τα λουκουμάκια, τον χιονοπόλεμο και την γκλίστρα, έφτιαχναν και τον χιονάνθρωπο. Πρώτα έφτιαχναν τον κορμό, μετά τα χέρια και το κεφάλι. Για μύτη έβαζαν ένα καρότο (αν υπήρχε), για μάτια δυο σβησμένα κάρβουνα και έναν σκούφο στο κεφάλι. 

Περδίκα αυγό


Το παιχνίδι αυτό το έπαιζαν οι νεαροί του χωριού σε μια κατηφόρα στο προαύλιο του ναού του Αγίου Δημητρίου μετά την Ανάσταση. Το παιχνίδι λεγόταν "Περδίκα - αυγό" και από ένα κεραμίδι κυλούσαν στην κατηφόρα τις Περδίκες και τα κόκκινα αυγά, προσπαθώντας να χτυπήσουν τα αυγά των άλλων. Όποιος χτυπούσε αυγό άλλου το έπαιρνε για δικό του.


Ποδαράκι

Παιζόταν στο ξεκίνημα κάθε παιχνιδιού για το ποιος θα ξεκινήσει πρώτος. Δύο παιδιά στεκόντουσαν απέναντι σε απόσταση δύο περίπου μέτρων και πλησίαζε το ένα το άλλο βάζοντας το ένα πόδι διαδοχικά, κολλητά μπροστά από το άλλο. Το παιδί που θα πατούσε πρώτο το πόδι του άλλου παιδιού, κέρδιζε.

Εναλλακτικά (αν υπήρχε κάποιο κέρμα) έριχναν "κορώνα - γράμματα" και αν δεν υπήρχε κέρμα, έπαιρναν μία μικρή πλάκα, έφτυναν την μία πλευρά και έριχναν "ήλιος ή βροχή". 

Κουμπανιά

Η κουμπανιά ήταν το παιχνίδι της κλήρωσης, κατά κάποιο τρόπο, για το ποιος θα ξεκινήσει το παιχνίδι. Όλοι οι παίχτες έβαζαν το ένα τους χέρι με την παλάμη προς τα κάτω, το ένα πάνω στο άλλο και τα ανεβακατέβαζαν τρεις φορές φωνάζοντας "κουμπανιά". Την τρίτη φορά άλλοι γύριζαν την παλάμη προς τα πάνω και άλλοι προς τα κάτω. Αυτοί που μειοψηφούσαν αποχωρούσαν και συνέχιζαν οι υπόλοιποι. Αυτός που θα έμενε τελευταίος ξεκινούσε το παιχνίδι.

Πού είναι και καπούνε (Αντρόγυνα)

Το παιχνίδι αυτό παιζόταν από ομάδες παιδιών, κυρίως αδέρφια ή ξαδέρφια, τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Ο πρώτος που ξεκινούσε το παιχνίδι ρωτούσε τους υπόλοιπους: Πού είναι και καπούνε ένα αντρόγυνο, ένας χούχαρς (χήρος) και ένα πετνάρι (έφηφος - παιδί). Όποιος το έβρισκε τότε ρωτούσε αυτός. Το παιχνίδι αυτό αποσκοπούσε ώστε τα παιδιά να μάθουν καλύτερα όλους τους κατοίκους του χωριού.

Κουτσό σουμάδα

Ομαδικό παιχνίδι, παιζόταν από αγόρια και κορίτσια. Πρώτα σχεδίαζαν στο χώμα το σχέδιο του παιχνιδιού που είχε τρία ή περισσότερα στενά ορθογώνια και στην κορυφή ένα φαρδύτερο ορθογώνιο. Έβρισκαν ή έφτιαχναν την σουμάδα μία κεραμίδα ή πλάκα στρογγυλή και ξεκινούσαν το παιχνίδι. Έριχναν την σουμάδα στο πρώτο κουτάκι και με το ένα πόδι στο κουτσό την χτυπούσαν να πάει στο επόμενο ορθογώνιο και συνέχιζαν το ίδιο μέχρι να φτάσουν στο φαρδύ ορθογώνιο όπου μπορούσαν να πατήσουν και με τα δύο πόδια, γυριζαν και συνέχιζαν προς τα πίσω μέχρι να βγουν. Συνέχιζαν μετά από το δεύτερο ορθογώνιο, το τρίτο κλπ. Αν πατούσες και το άλλο πόδι ή η σουμάδα έβγαινε έξω από το ορθογώνιο έχανες και συνέχιζε ο επόμενος από εκεί που είχε σταματήσει. Κέρδιζε εκείνος που τελείωνε πρώτος όλα τα ορθογώνια. 


Τυφλόμυγα 

Ομαδικό παιχνίδι, από αγόρια και κορίτσια. Αφού έριχναν "κουμπανιά" αυτός που έχανε έδενε τα μάτια του με ένα μαντήλι και προσπαθούσε δια της αφής να καταλάβει ποιος ήταν αυτός που έπιανε. Αν τον έβρισκε, τότε έδενε τα μάτια του αυτός, διαφορετικά συνέχιζε ο ίδιος. 

Μαντηλάκι

Ομαδικό παιχνίδι, παιζόταν από αγόρια και κορίτσια. Χωρίζονταν σε δύο ομάδες και ένας θα κρατούσε το μαντηλάκι με το χέρι απλωμένο οριζόντια. Οι δύο ομάδες πάρατάσσονταν παράλληλα η μία από την άλλη και στην μέση στεκόταν αυτός που κρατούσε το μαντηλάκι. Τα μέλη των δύο ομάδων έπαιρναν από έναν αριθμό, ξεκινώντας από το ένα. Τότε το παιδί που κρατούσε το μαντηλάκι φώναζε έναν  αριθμό και τα παιδιά των αντίπαλων ομάδων που είχαν αυτόν τον αριθμό πήγαιναν να πάρουν το μαντηλάκι και να το φέρουν στην ομάδα τους χωρίς να τον πιάσει το παιδί της αντίπαλης ομάδας. Αν καθυστερούσαν πολύ να πάρουν το μαντήλι τότε φώναζε και δεύτερο ή και τρίτο αριθμό μέχρι κάποιος να πάρει το μαντήλι. 

Πετραδάκια

​Ένα αγαπημένο ομαδικό παιχνίδι, γεμάτο φωνές, κίνηση και αγωνία, που ένωνε αγόρια και κορίτσια στις γειτονιές.

​Οι παίκτες χωρίζονταν σε δύο ισοδύναμες ομάδες. Η πρώτη αναλάμβανε να «στήσει» τον στόχο: έφτιαχνε έναν μικρό πύργο από επίπεδες πέτρες, σπασμένα κεραμίδια ή πλάκες, τοποθετώντας προσεκτικά τα μεγαλύτερα κομμάτια στη βάση και τα μικρότερα προς την κορυφή, ώστε να στέκει σταθερός.

​Η αντίπαλη ομάδα στεκόταν σε απόσταση και, σημαδεύοντας με μια μπάλα, προσπαθούσε να γκρεμίσει την κατασκευή. Μόλις τα πετραδάκια σκορπίζονταν στο έδαφος, η δράση κορυφωνόταν: η ομάδα που τα είχε ρίξει ορμούσε να τα μαζέψει και να τα ξαναστήσει από την αρχή, ενώ η άλλη κυνηγούσε τους παίκτες της, πετώντας τους τη μπάλα για να τους «κάψει» πριν προλάβουν να ολοκληρώσουν τον πύργο.


Κυνηγητό

Παιζόταν από αγόρια και κορίτσια. Αφού  έριχναν κουμπανιά για το ποιος θα είναι ο κυνηγός, τότε ο κυνηγός τους κυνηγούσε να τους πιάσει μέσα σε προκαθορισμένα γεωγραφικά όρια. Αν έπιανε κάποιον τότε γινόταν αυτός κυνηγός.

Τα σκαμνάκια 

Συνήθως αυτό το παιχνίδι το έπαιζαν αγόρια. Τα παιδιά έβγαιναν στην αλάνα, στον δρόμο ή σε κάποιο ίσιωμα και στέκονταν το ένα πίσω από το άλλο.

Ο πρώτος προχωρούσε λίγα μέτρα μπροστά, έσκυβε και στηριζόταν με τα χέρια στα γόνατά του, παίρνοντας τη χαρακτηριστική στάση που έμοιαζε με μικρό σκαμνί. Από εκεί πήρε και το παιχνίδι το όνομά του.

Το επόμενο παιδί έπαιρνε φόρα, έβαζε τα χέρια του στη ράχη του σκυμμένου παιδιού και πηδούσε από πάνω του, ανοίγοντας τα πόδια του.

Μόλις προσγειωνόταν, προχωρούσε λίγα μέτρα και σκυβόταν κι αυτό, δημιουργώντας το επόμενο «σκαμνάκι». Έτσι, το τρίτο παιδί πηδούσε πάνω από το πρώτο, μετά πάνω από το δεύτερο και στη συνέχεια έσκυβε κι αυτό. Το ίδιο συνεχιζόταν, δημιουργώντας μια ολόκληρη «αλυσίδα» από σκαμνάκια. 

Το ωραίο ήταν ότι το παιχνίδι δεν σταματούσε όταν τελείωνε η σειρά. Το «σκαμνάκι» που ήταν μπροστά γινόταν πάλι παίκτης που έτρεχε, έπαιρνε θέση στο τέλος και η αλυσίδα συνεχιζόταν.

Και βέβαια, όποιος δεν έπαιρνε σωστά φόρα, δεν πατούσε καλά ή έπεφτε πάνω στο άλλο παιδί, γινόταν αφορμή για γέλια και πειράγματα.

Τα μήλα 

"Τα μήλα"  ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα ομαδικά παιχνίδια των παιδιών στις Αμυγδαλιές τα παλιά χρόνια. Παιζόταν στις αλάνες, στις αυλές και στους ανοιχτούς χώρους του χωριού, εκεί όπου υπήρχε αρκετός χώρος για τρέξιμο και κυνηγητό. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο από μια μπάλα και μια μεγάλη παρέα παιδιών.

Τα παιδιά χωρίζονταν με κλήρο σε δύο ομάδες. Δύο παιδιά, συνήθως τα πιο δυνατά ή αυτά που ήξεραν να πετούν καλά την μπάλα, έπαιρναν θέση στις δύο απέναντι άκρες του χώρου. Αυτοί ήταν οι «έξω». Ανάμεσά τους στέκονταν τα υπόλοιπα παιδιά, οι «μέσα».

Η απόσταση από τον έναν «έξω» στον άλλον ήταν αρκετή ώστε τα παιδιά στη μέση να έχουν χώρο να τρέχουν και να αποφεύγουν την μπάλα.

Με τη σειρά, οι δύο «έξω» πετούσαν την μπάλα ο ένας προς τα παιδιά που βρίσκονταν στη μέση. Σκοπός τους ήταν να πετύχουν κάποιο παιδί και να το «κάψουν». Όποιο παιδί το πετύχαινε η μπάλα και δεν προλάβαινε να την αποφύγει, έβγαινε από το παιχνίδι και πήγαινε στην άκρη.

Όμως υπήρχε και ένας τρόπος να σωθεί κανείς.

Αν κάποιο παιδί που βρισκόταν στη μέση κατάφερνε να πιάσει την μπάλα στον αέρα, χωρίς αυτή να έχει ακουμπήσει προηγουμένως κάτω, κέρδιζε «ένα μήλο». Το μήλο ήταν σαν μια δεύτερη ζωή. Αν αργότερα το παιδί αυτό χτυπιόταν από την μπάλα, μπορούσε να χρησιμοποιήσει το μήλο του και να μη βγει από το παιχνίδι.

Τα μήλα μπορούσαν ακόμη να χρησιμοποιηθούν για να ξαναμπεί στο παιχνίδι ένα παιδί που είχε ήδη «καεί». Έτσι, όποιος ήταν καλός στο πιάσιμο της μπάλας μπορούσε να βοηθήσει και τους φίλους του.

Γι' αυτό τα παιδιά δεν έτρεχαν μόνο για να γλιτώσουν από την μπάλα. Προσπαθούσαν ταυτόχρονα να την προλάβουν και να την πιάσουν, ώστε να μαζέψουν όσο περισσότερα «μήλα» μπορούσαν.

Όσο περνούσε η ώρα, τα παιδιά που βρίσκονταν στη μέση λιγόστευαν. Κάποια είχαν «καεί», ενώ άλλα είχαν σωθεί χάρη στα μήλα που είχαν κερδίσει.

Όταν έμενε ένα μόνο παιδί, ερχόταν η πιο αγωνιώδης στιγμή του παιχνιδιού. Οι «έξω» προσπαθούσαν με διαδοχικές ρίψεις να το πετύχουν, ενώ εκείνο έτρεχε, έσκυβε, άλλαζε κατεύθυνση και έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει την μπάλα.

Το  τελευταίο παιδί έπρεπε να αντέξει δέκα συνεχόμενες ρίψεις. Αν τα κατάφερνε χωρίς να «καεί», ξανάμπαιναν στο παιχνίδι και τα υπόλοιπα παιδιά και ο γύρος συνεχιζόταν.

Έτσι τα «Μήλα» μπορούσαν να κρατήσουν πολλή ώρα. Ήταν παιχνίδι με τρέξιμο, δύναμη, ευστοχία, γρήγορα αντανακλαστικά αλλά και αλληλεγγύη, αφού ένα παιδί μπορούσε να χαρίσει το «μήλο» του σε έναν φίλο του.

Και όπως συνέβαινε με πολλά από τα παιχνίδια εκείνης της εποχής, το σημαντικότερο δεν ήταν τόσο ποιος θα κέρδιζε. Ήταν η παρέα, οι φωνές, τα πειράγματα, το τρέξιμο και η χαρά του παιχνιδιού στις γειτονιές του χωριού.

Χάσκα 



Η χάσκα παιζόταν την Κυριακή της Τυρινής, τη Μεγάλη Αποκριά, συνήθως μετά το οικογενειακό τραπέζι. Ήταν ένα από τα τελευταία παιχνιδίσματα πριν αρχίσει η Σαρακοστή.
Πριν από το φαγητό, οι νεότεροι επισκέπτονταν τους μεγαλύτερους συγγενείς. Τους φιλούσαν το χέρι, τους ζητούσαν συγχώρεση και οι μεγαλύτεροι τους έδιναν χρήματα, γλυκά ή άλλα κεράσματα. Μετά συγκεντρώνονταν όλοι γύρω από το οικογενειακό τραπέζι.
Μετά το φαγητό ερχόταν η ώρα της «χάσκας».
Έβραζαν ένα αυγό και το καθάριζαν. Στη συνέχεια το έδεναν στην άκρη ενός μακριού σπάγκου, ο οποίος ήταν στερεωμένος σε έναν κλώστη/ξύλο. Αυτός που κρατούσε το ξύλο κουνούσε το αυγό μπροστά από τα πρόσωπα των παιδιών και των άλλων μελών της οικογένειας. 
Οι παίκτες δεν χρησιμοποιούσαν τα χέρια τους. Τα κρατούσαν πίσω και προσπαθούσαν, ανοίγοντας διάπλατα το στόμα τους, να «χάψουν» το αυγό καθώς αυτό πήγαινε πέρα-δώθε.
Όποιος κατάφερνε να το πιάσει πρώτος με το στόμα του ήταν ο νικητής. Το παιχνίδι προκαλούσε άφθονα γέλια, ιδιαίτερα όταν το αυγό ξεγλιστρούσε την τελευταία στιγμή από το στόμα κάποιου. 

Η τριχιά ή ομαδικό σχοινάκι


Δύο παιδιά που έβγαιναν με κλήρωση στέκονταν αντικριστά, κρατώντας τις δύο άκρες μιας τριχιάς (χοντρό σχοινί) μήκους 3-5 μέτρων. Άρχιζαν να την περιστρέφουν κυκλικά, έτσι ώστε η τριχιά να κάνει έναν μεγάλο κύκλο γύρω τους και να περνάει χαμηλά από τα πόδια των παιδιών που βρίσκονταν μέσα.
Τα υπόλοιπα παιδιά έμπαιναν στον χώρο που σχημάτιζε η τριχιά και, μόλις αυτό πλησίαζε τα πόδια τους, πηδούσαν πάνω από την τριχιά.
Το παιχνίδι συνεχιζόταν με ολοένα και πιο γρήγορο ρυθμό. Όποιο παιδί το ακουμπούσε η τριχιά ή την άγγιζε με τα πόδια ή δεν προλάβαινε να πηδήξει, θεωρούνταν ότι το «έκαιγε» ή έχανε τη σειρά του και έβγαινε από τον κύκλο.
Συχνά τα παιδιά που γύριζαν την τριχιά ανέβαζαν σταδιακά την ταχύτητα, κάνοντας το παιχνίδι όλο και πιο δύσκολο. Νικητής ήταν εκείνος που κατάφερνε να μείνει περισσότερο μέσα στον κύκλο χωρίς να τον χτυπήσει η τριχιά.

Παιχνίδια με μπίλιες 


Με τις μπίλιες έπαιζαν συνήθως αγόρια στις αλάνες του χωριού. Έπαιζαν διάφορα παιχνίδια μεταξύ των οποίων και τα παρακάτω:
1. Το Τρίγωνο
Χάραζαν ένα τρίγωνο στο χώμα. Κάθε παιδί έβαζε μέσα 2-3 μπίλιες. Από απόσταση περίπου 3-5 μέτρων έριχναν από μία μπίλια για να καθοριστεί ποιος θα ξεκινούσε. Ξεκινούσε πρώτος αυτός που θα έριχνε την μπίλια πιο κοντά στο τρίγωνο. 
Ο παίκτης κρατούσε τη μπίλια ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη και την εκτόξευε με το δάχτυλο. Στόχος ήταν να χτυπήσει κάποια από τις μπίλιες μέσα στο τρίγωνο. Αν την πετύχαινε και την έβγαζε έξω, την κέρδιζε. 
2. Η γκούβα
Έσκαβαν στο χώμα μια μικρή τρύπα (γκούβα) και προσπαθούσαν να βάλουν μέσα τη μπίλια τους από κάποια απόσταση.
Το παιχνίδι απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια. Στη συνέχεια προσπαθούσαν να χτυπήσουν τις μπίλιες των αντίπαλων τους. 
3. Το Μπιλιάρδο
Έστηναν δύο ή περισσότερες μπίλιες στο χώμα και, χρησιμοποιώντας μία άλλη ως «χτυπητή», προσπαθούσαν να πετύχουν τις υπόλοιπες.
Όποιος κατάφερνε να χτυπήσει την μπίλια του άλλου μπορούσε, ανάλογα με τους συμφωνημένους κανόνες, να την κερδίσει. 
4. Η Σειρά
Έβαζαν τις μπίλιες σε μια σειρά στο χώμα. Από κάποια απόσταση κάθε παιδί έριχνε τη δική του μπίλια προσπαθώντας να χτυπήσει τη σειρά.
Όταν πετύχαινε κάποια μπίλια, μπορούσε να κερδίσει αυτήν ή, σύμφωνα με ορισμένες παραλλαγές, όλες όσες βρίσκονταν μετά από το σημείο του χτυπήματος. 
5. Το Χτύπημα
Κάθε παιδί έβαζε τη μπίλια του στο χώμα και οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να την πετύχουν από απόσταση.
Ήταν κυρίως παιχνίδι ευστοχίας και τεχνικής. Ο παίκτης μπορούσε να εκτοξεύσει τη μπίλια με τον αντίχειρα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις την έριχνε ακόμη και από το ύψος του γονάτου. 
6. Παιχνίδι με τον «Μπάστακα»
Χαράζανε το τρίγωνο στο χώμα, έβαζαν μέσα τους βόλους και σε απόσταση 4-5 μέτρων τραβούσαν στο χώμα μια γραμμή, τον «μπάστακα». Τα παιδιά έριχναν τις μπίλιες τους προς τον μπάστακα και εκείνος που πλησίαζε περισσότερο αποκτούσε το δικαίωμα να παίξει πρώτος.

Πετάει πετάει 


Παιζόταν από αγόρια και κορίτσια. Ήταν παιχνίδι παρατηρητικότητας και γρηγοράδας. Τα παιδιά συγκεντρώνονταν γύρω από τη «μάνα» και ακουμπούσαν τον δείκτη τους σε ένα πεζούλι, σε μια πέτρα, σε τραπέζι ή στο έδαφος. Η «μάνα» έλεγε «πετάει, πετάει…» και στη συνέχεια ανέφερε ένα ζώο, πουλί ή αντικείμενο. Όταν αυτό πετούσε, τα παιδιά έπρεπε να σηκώσουν γρήγορα το δάχτυλό τους. Όταν δεν πετούσε, έπρεπε να μείνουν ακίνητα. Η «μάνα» προσπαθούσε να τα μπερδέψει, σηκώνοντας και η ίδια το δάχτυλό της και λέγοντας γρήγορα διάφορες λέξεις. Όποιος παρασυρόταν και σήκωνε το δάχτυλό του σε κάτι που δεν πετούσε, έχανε. Το παιχνίδι παιζόταν από αγόρια και κορίτσια και δεν απαιτούσε κανένα ιδιαίτερο αντικείμενο.

Τζιζ


Το έπαιζαν κυρίως αγόρια. Ένα παιδί στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη προς τα υπόλοιπα παιδιά. Έβαζε το ένα χέρι του πίσω από τον αυχένα ή τον λαιμό του, με τη γυρισμένη παλάμη προς τα πίσω.
Κάποιο από τα άλλα παιδιά πλησίαζε κρυφά και τον χτυπούσε στην παλάμη, χωρίς να αποκαλύψει ποιος ήταν.
Μόλις γινόταν το χτύπημα, όλα τα παιδιά σηκώνονταν και άρχιζαν να κάνουν κυκλικές κινήσεις με τον δείκτη του χεριού τους, φωνάζοντας δυνατά και παρατεταμένα:
«τζιζζζζζζζ!»
Το παιδί που είχε δεχτεί το χτύπημα έπρεπε τότε να μαντέψει ποιος από την παρέα το είχε χτυπήσει. Αν τον έβρισκε τότε αυτός γύριζε την πλάτη του, διαφορετικά συνέχιζε ο ίδιος.

Παιχνίδι με μπάλα με μαλλί από βόδια ή κουρέλια ή την φούσκα από το γουρούνι (κύστη)


Τα παλιά χρόνια, στις Αμυγδαλιές Γρεβενών, τα αγόρια δεν είχαν τις σημερινές πλαστικές ή λαστιχένιες μπάλες. Για να παίξουν, έφτιαχναν μόνοι τους τις μπάλες τους από ό,τι υλικό υπήρχε στο σπίτι και μπορούσε να πάρει στρογγυλό σχήμα.
Μία από τις πιο συνηθισμένες μπάλες ήταν φτιαγμένη από μαλλί βοδιού ή από κουρέλια. Τα παιδιά μάζευαν το υλικό, το έσφιγγαν και το τύλιγαν συνεχώς, μέχρι να σχηματιστεί μια συμπαγής μπάλα. Όσο περισσότερο την έσφιγγαν και την τύλιγαν, τόσο πιο στρογγυλή και ανθεκτική γινόταν. Με τέτοιες μπάλες έπαιζαν διάφορα παιχνίδια στην αυλή, στον δρόμο ή σε ανοιχτούς χώρους του χωριού.
Μια άλλη, πιο ιδιαίτερη μορφή μπάλας ήταν η «φούσκα», δηλαδή η ουροδόχος κύστη του γουρουνιού. Μετά το σφάξιμο του γουρουνιού, η κύστη καθαριζόταν και χρησιμοποιούνταν από τα παιδιά ως αυτοσχέδια μπάλα. Την φούσκωναν με αέρα και την έδεναν στο άνοιγμά της, ώστε να κρατάει τον αέρα μέσα. Έτσι δημιουργούσαν μια ελαφριά και ελαστική μπάλα, με την οποία μπορούσαν να παίζουν.
Η «φούσκα» ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τα παιδιά εκείνης της εποχής μετέτρεπαν απλά υλικά της καθημερινής ζωής σε παιχνίδια. Τίποτα σχεδόν δεν πήγαινε χαμένο· ένα κομμάτι ύφασμα, λίγο μαλλί ή ακόμη και η κύστη από το σφαχτό μπορούσε να γίνει παιχνίδι και να χαρίσει ώρες διασκέδασης.
Τα παιχνίδια με αυτές τις αυτοσχέδιες μπάλες παίζονταν κυρίως από τα αγόρια και αποτελούσαν μέρος της καθημερινής ζωής των παιδιών στις Αμυγδαλιές, τα παλιά χρόνια. Ήταν παιχνίδια απλά, χωρίς κόστος και χωρίς έτοιμο εξοπλισμό, που απαιτούσαν περισσότερο φαντασία, επινοητικότητα και παρέα.

ΑΤΟΜΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ 

Το Χπαρ



Το χπαρ ήταν ένα παλιό παιδικό παιχνίδι που έπαιζαν κυρίως τα αγόρια στις Αμυγδαλιές Γρεβενών. Ήταν ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι, φτιαγμένο από απλά υλικά που έβρισκαν τα παιδιά στη φύση.
Για να φτιάξουν το χπαρ, χρησιμοποιούσαν ένα κούφιο κλαδί από βουζιλιά (κουφοξυλιά είναι η επιστημονική ονομασία). Διάλεγαν ένα κομμάτι κλαδιού περίπου δύο εκατοστά σε πάχος και δεκαπέντε εκατοστά σε μήκος. Το καθάριζαν από μέσα, ώστε να δημιουργηθεί ένας λείος εσωτερικός σωλήνας.
Ως «βλήμα» χρησιμοποιούσαν κυρίως τον καρπό του κέδρου, που στις Αμυγδαλιές τον έλεγαν «κεδρομπόμπολο», αλλά μερικές φορές χρησιμοποιούσαν και βελανίδια.
Στη συνέχεια έβρισκαν ένα λεπτό και ίσιο κλαδάκι, περίπου στο πάχος της εσωτερικής τρύπας της  βουζιλιάς και με μήκος περίπου δεκαπέντε εκατοστά. Αυτό χρησίμευε ως έμβολο.
Έβαζαν το κεδρομπόμπολο ή το βελανίδι λίγο μέσα στο κούφιο κλαδί και κατόπιν τοποθετούσαν το λεπτό κλαδάκι πίσω του. Με ένα δυνατό χτύπημα του κλαδιού, ο αέρας που βρισκόταν μέσα στο κούφιο μέρος πιεζόταν απότομα και έσπρωχνε το κεδρομπόμπολο προς τα έξω.
Το παιχνίδι προκαλούσε ένα χαρακτηριστικό «μπαμ», ενώ το κεδρομπόμπολο εκτοξευόταν μακριά. Για τα παιδιά εκείνης της εποχής, το χπαρ έμοιαζε με ένα μικρό, αυτοσχέδιο «αεροβόλο» και η μεγάλη χαρά ήταν τόσο ο δυνατός κρότος όσο και το πόσο μακριά θα έφτανε το κεδρομπόμπολο.
Τα παιδιά έφτιαχναν μόνα τους το χπαρ τους, δοκιμάζοντας διαφορετικά κλαδιά και καρπούς και συναγωνίζονταν μεταξύ τους για το ποιο χπαρ θα έκανε το πιο δυνατό μπαμ ή θα έστελνε το κεδρομπόμπολο πιο μακριά.
Το χπαρ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των παλιών αυτοσχέδιων παιχνιδιών των Αμυγδαλιών: παιχνίδια που δεν αγοράζονταν από κάποιο κατάστημα, αλλά κατασκευάζονταν από τα ίδια τα παιδιά με υλικά του τόπου — ένα κλαδί βουζιλιάς, ένα μικρό ξυλαράκι και έναν καρπό από τη φύση.
Σήμερα το χπαρ έχει σχεδόν ξεχαστεί, όμως η καταγραφή του διατηρεί ζωντανή μια μικρή αλλά σημαντική πλευρά της παιδικής ζωής στις Αμυγδαλιές Γρεβενών των παλαιότερων δεκαετιών.


Το Γκίλαντρο


Το γκίλαντρο ήταν ένα παλιό παιδικό παιχνίδι που έπαιζαν τα παιδιά στις Αμυγδαλιές Γρεβενών, κυρίως τα αγόρια, τα παλιά χρόνια. Ήταν ένα απλό και αυτοσχέδιο παιχνίδι, φτιαγμένο από υλικά που υπήρχαν στα σπίτια και στις αυλές του χωριού.
Για το παιχνίδι χρησιμοποιούσαν ένα μεταλλικό στεφάνι από ξύλινο βαρέλι. Το μεταλλικό στεφάνι ήταν τοποθετημένο όρθιο έτσι ώστε να μπορεί να κυλάει ελεύθερα στο έδαφος. Για να το κατευθύνουν έφτιαχναν ένα ειδικά διαμορφωμένο κομμάτι σύρμα σε σχήμα Π στην άκρη, το οποίο λειτουργούσε σαν οδηγός.
Το παιδί κρατούσε το σύρμα με το χέρι και ακουμπούσε το Π ανάποδα, πάνω στο στεφάνι, λίγο πιο κάτω από την μέση. Με μικρές κινήσεις το έσπρωχνε και το καθοδηγούσε, ώστε το γκίλαντρο να κυλάει όρθιο στον δρόμο, στο χώμα ή στην αυλή.
Τα παιδιά έτρεχαν πίσω από το γκίλαντρο και προσπαθούσαν να το κρατούν σε ισορροπία και να το οδηγούν όσο μπορούσαν πιο μακριά, χωρίς να πέσει κάτω. Χρειαζόταν επιδεξιότητα, γρήγορες κινήσεις και καλή συνεργασία χεριού και ματιού.
Πολλές φορές το παιχνίδι γινόταν και σαν μικρός αγώνας. Τα παιδιά συναγωνίζονταν ποιος θα καταφέρει να κυλήσει το γκίλαντρο για περισσότερη ώρα ή σε μεγαλύτερη απόσταση, ακολουθώντας τον δρόμο και αποφεύγοντας τις πέτρες και τις ανωμαλίες του εδάφους.
Το γκίλαντρο ήταν χαρακτηριστικό παράδειγμα των παλιών παιδικών παιχνιδιών, όπου με ένα απλό αντικείμενο και λίγη φαντασία τα παιδιά μπορούσαν να δημιουργήσουν ατελείωτες ώρες παιχνιδιού.

Η σβούρα 


Η σβούρα ήταν ένα παλιό παιδικό παιχνίδι που έπαιζαν τα αγόρια στις Αμυγδαλιές Γρεβενών, ιδιαίτερα τα χρόνια που τα παιδιά έφτιαχναν μόνα τους τα παιχνίδια τους, χρησιμοποιώντας απλά υλικά που μπορούσαν να βρουν γύρω τους.
Πώς την κατασκεύαζαν; 
Η σβούρα κατασκευαζόταν από ένα κομμάτι σκληρό ξύλο. Τα παιδιά έπαιρναν ένα μικρό κομμάτι ξύλου και, με ένα μαχαίρι ή άλλο κατάλληλο εργαλείο, το πελεκούσαν προσεκτικά μέχρι να του δώσουν το χαρακτηριστικό σχήμα της σβούρας, σαν μικρού ανάποδου κώνου.
Στο κάτω μέρος της έβαζαν ένα μικρό μεταλλικό καρφί. Η μύτη του καρφιού που προεξείχε χρησίμευε ως άξονας πάνω στον οποίο περιστρεφόταν η σβούρα. Στο πάνω μέρος άφηναν ένα μικρό ξύλινο εξόγκωμα, το «κεφάλι», από το οποίο μπορούσαν να την κρατούν και να την περιστρέφουν.
Αφού την τελείωναν, πολλές φορές τη λείαιναν και τη ζωγράφιζαν με διάφορα χρώματα. Οι χρωματιστές γραμμές και τα σχέδια, καθώς η σβούρα περιστρεφόταν γρήγορα, δημιουργούσαν έναν όμορφο κύκλο χρωμάτων.
Πώς έπαιζαν; 
Για να παίξουν με τη σβούρα, χρησιμοποιούσαν έναν λεπτό σπάγκο. Τύλιγαν τον σπάγκο γύρω από το σώμα της σβούρας, από κάτω προς τα πάνω, αφήνοντας την άκρη του ελεύθερη για να μπορούν να την τραβήξουν.
Κρατούσαν τη σβούρα στο χέρι και, με μια απότομη κίνηση, τραβούσαν δυνατά τον σπάγκο. Καθώς ο σπάγκος ξετυλιγόταν, έδινε περιστροφική κίνηση στη σβούρα και αυτή έπεφτε στο χώμα ή σε μια επίπεδη επιφάνεια, όπου συνέχιζε να γυρίζει.
Τα παιδιά συναγωνίζονταν ποιανού η σβούρα θα γυρίσει περισσότερη ώρα χωρίς να πέσει. Νικητής ήταν εκείνος του οποίου η σβούρα παρέμενε για περισσότερο χρόνο όρθια και περιστρεφόμενη.
Μερικές φορές έβαζαν όλες τις σβούρες μαζί και τις έριχναν ταυτόχρονα. Παρακολουθούσαν ποια θα σταματούσε τελευταία. Σε άλλες παραλλαγές δημιουργούσαν έναν μικρό κύκλο στο χώμα και το παιχνίδι συνεχιζόταν με διάφορες δοκιμασίες και συναγωνισμό μεταξύ των παιδιών.
Η σβούρα ήταν ένα απλό παιχνίδι, αλλά απαιτούσε επιδεξιότητα. Τα παιδιά έπρεπε να μάθουν να τυλίγουν σωστά τον σπάγκο, να τον τραβούν με την κατάλληλη δύναμη και να ρίχνουν τη σβούρα έτσι ώστε να πατήσει σωστά στη μύτη της και να αρχίσει να περιστρέφεται.
Έτσι, ένα μικρό κομμάτι ξύλο, ένα καρφί και ένας σπάγκος μπορούσαν να χαρίσουν στα παιδιά των Αμυγδαλιών ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού στις αυλές, στους χωματόδρομους και στις αλάνες του χωριού.


Ο αυτοκινούμενος μακαράς και το τρακτέρ 


Ο αυτοκινούμενος μακαράς ήταν ένα από τα αυτοσχέδια παιχνίδια που έφτιαχναν και έπαιζαν τα παιδιά παλιά στις Αμυγδαλιές Γρεβενών. Τον κατασκεύαζαν από ένα άδειο ξύλινο καρούλι κλωστής (μακαρά), ένα κομμάτι λάστιχο, μια παλιά δεκάρα ή εικοσάρα και δύο λεπτά ξύλα μήκους περίπου 2 εκατοστών το ένα και 10-15 εκατοστών το άλλο.
Στο κέντρο του καρουλιού περνούσαν ένα κομμάτι λάστιχο. Στη μία πλευρά του μακαρά λ στερέωναν το λάστιχο με το μικρό ξύλο, ενώ στην άλλη άκρη του μακαρά περνούσαν μέσα από την τρύπα της δεκάρας ή εικοσάρας το λάστιχο  και εκεί περνούσαν και το μεγαλύτερο ξύλο, ώστε το λάστιχο να μπορεί να τυλίγεται όταν περιέστρεφαν το μεγάλο ξύλο και να ξετυλίγεται μόλις το άφηναν στο χώμα καθώς περιστρεφόταν το καρούλι.
Για να το κάνουν να κινηθεί, τα παιδιά έστριβαν το μεγαλύτερο ξύλο και τέντωναν το λάστιχο, με αποτέλεσμα να αποθηκεύεται ενέργεια. Όταν άφηναν τον μακαρά στο έδαφος, το λάστιχο άρχιζε να ξετυλίγεται και το καρούλι περιστρεφόταν και προχωρούσε μόνο του, σαν ένα μικρό αυτοκινούμενο όχημα.
Τα παιδιά συναγωνίζονταν ποιος θα κατασκευάσει τον μακαρά που θα πήγαινε πιο μακριά, πιο γρήγορα ή θα κινούνταν για περισσότερη ώρα. Έπαιζαν συνήθως σε αυλές, δρόμους και αλάνες, δοκιμάζοντας διαφορετικά καρούλια, λάστιχα και νομίσματα για να πετύχουν καλύτερη κίνηση.
Ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της εφευρετικότητας των παιδιών μιας άλλης εποχής, όταν τα παιχνίδια δεν αγοράζονταν έτοιμα, αλλά κατασκευάζονταν από απλά και διαθέσιμα υλικά: ένα καρούλι, ένα κομμάτι λάστιχο και μια παλιά δεκάρα ή εικοσάρα μπορούσαν να μετατραπούν σε ένα μικρό «αυτοκίνητο» που κινούνταν μόνο του.

Επίσης με σύρμα και μακαράδες φτιάχναμε τρακτέρ και καρότσες. Το τρακτέρ το φτιάχναμε με δύο μακαράδες και σύρμα που του δίναμε την μορφή του τρακτέρ και την καρότσα πάλι με σύρμα, ένα τενεκεδάκι κονσέρβας και έναν μακαρά. Αξέχαστες στιγμές παιχνιδιού... 


Το παιχνίδι με το σχοινάκι στα δάχτυλα


Ένα από τα παιχνίδια που έπαιζαν παλιά τα παιδιά στις Αμυγδαλιές Γρεβενών ήταν το παιχνίδι με ένα λεπτό σχοινάκι, κορδόνι ή λάστιχο, το οποίο περνούσαν στα δάχτυλα των χεριών τους και σχημάτιζαν διάφορα σχέδια.
Συνήθως έπαιζαν δύο παιδιά. Το ένα παιδί περνούσε το σχοινάκι ή το λάστιχο ανάμεσα στα δάχτυλά του, τεντώνοντάς το με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να δημιουργήσει ένα σχήμα. Με τα δάχτυλα και τις κινήσεις των χεριών του μπορούσε να φτιάξει τρίγωνα, τετράγωνα, σταυρούς, «σπιτάκια» και άλλα γεωμετρικά σχήματα.
Όταν το πρώτο παιδί ολοκλήρωνε το σχήμα, το δεύτερο παιδί έπρεπε να περάσει τα δάχτυλά του σε συγκεκριμένα σημεία του σχοινιού και να το πάρει από τα χέρια του πρώτου, δημιουργώντας ένα καινούργιο σχήμα. Η δυσκολία ήταν να μεταφέρει το σχοινάκι σωστά, χωρίς να το αφήσει να πέσει και χωρίς να χαλάσει το αρχικό σχήμα.
Αν τα κατάφερνε, το σχοινάκι περνούσε πλέον στα δικά του δάχτυλα και μπορούσε να δημιουργήσει το επόμενο σχέδιο. Στη συνέχεια έπαιρνε σειρά το άλλο παιδί.
Το παιχνίδι απαιτούσε επιδεξιότητα, καλή παρατηρητικότητα και συντονισμό των κινήσεων των δαχτύλων. Τα παιδιά έπρεπε να θυμούνται πού ακριβώς θα περάσουν τα δάχτυλά τους και να κάνουν τις κινήσεις με τη σωστή σειρά.
Δεν χρειαζόταν κανένα ιδιαίτερο παιχνίδι ή εξοπλισμός. Ένα κομμάτι σπάγκου, κλωστής ή ένα λαστιχάκι, δεμένο στις δύο άκρες του ώστε να γίνει ένας μικρός βρόχος, ήταν αρκετό.
Ήταν ένα απλό και ανέξοδο παιχνίδι, από εκείνα που μπορούσαν να φτιάξουν και να παίξουν μόνα τους τα παιδιά. Μέσα από τις διαφορετικές φιγούρες και τις παραλλαγές του, το παιχνίδι μπορούσε να συνεχίζεται για πολλή ώρα, με τα παιδιά να προσπαθούν κάθε φορά να δημιουργήσουν ή να «κλέψουν» το σχήμα του άλλου.

Τα λάστιχα (σφεντόνα) 


Η σφεντόνα, που στις Αμυγδαλιές τη λέγαμε  «λάστιχα», ήταν ένα από τα αγαπημένα αυτοσχέδια παιχνίδια των παιδιών τα παλιά χρόνια. Τα παιδιά την έφτιαχναν μόνα τους, χρησιμοποιώντας υλικά που μπορούσαν εύκολα να βρουν γύρω τους και την είχαν πάντα κρεμασμένη στον λαιμό. 
Για τον σκελετό της σφεντόνας προτιμούσαν ένα γερό ξύλο που είχε φυσική διχάλα, συνήθως από κλαδί κατάλληλου δέντρου. Έκοβαν τη διχάλα από το δέντρο και καθάριζαν το ξύλο από τα μικρά κλαδιά και τον φλοιό. Αν δεν έβρισκαν έτοιμη διχάλα στο κατάλληλο σχήμα, μπορούσαν να πάρουν ένα ίσιο κομμάτι ξύλου και να το διαμορφώσουν με το πριόνι, ώστε να αποκτήσει δύο ίσια «κέρατα».
Το ξύλο το πελέκαγαν και το λείαιναν όσο μπορούσαν, για να μην έχει αγκάθια ή ακίδες που θα μπορούσαν να τραυματίσουν το χέρι. Το κάτω μέρος της διχάλας χρησίμευε ως λαβή, ενώ στα δύο επάνω άκρα κάρφωναν δύο μικρά ορθογώνια δερμάτινα κομμάτια (πιτσιά) στις τρύπες των οποίων έδεναν τα λάστιχα.
Τα λάστιχα τα έβρισκαν με διάφορους τρόπους. Παλαιότερα χρησιμοποιούσαν κομμάτια από σαμπρέλα τρακτέρ ή άλλου τροχού, τα οποία έκοβαν σε μακριές και σχετικά λεπτές λωρίδες. Όταν υπήρχαν διαθέσιμα, χρησιμοποιούσαν και αγοραστά λάστιχα, ειδικά φτιαγμένα για τέτοιες κατασκευές.
Στο κέντρο των δύο λάστιχων έδεναν ένα μικρό δερμάτινο κομμάτι, που χρησίμευε σαν θήκη για την πέτρα. Το δέρμα μπορούσε να προέρχεται από κάποιο παλιό δερμάτινο αντικείμενο και το έκοβαν σε μικρό παραλληλόγραμμο ή οβάλ κομμάτι. Στις δύο άκρες του έκαναν μικρές τρύπες ή εγκοπές, για να στερεώνονται τα λάστιχα.
Η κατασκευή ήταν απλή αλλά απαιτούσε αρκετή επιδεξιότητα. Τα παιδιά δοκίμαζαν διαφορετικά ξύλα και διαφορετικά πάχη λάστιχου, μέχρι να βρουν τη σφεντόνα που τους φαινόταν πιο δυνατή και εύχρηστη.
Για βλήματα χρησιμοποιούσαν συνήθως μικρές στρογγυλές πέτρες, που μάζευαν από τους δρόμους, τα χωράφια και τις αυλές. Έτσι, με λίγα και φτηνά ή εντελώς δωρεάν υλικά, ένα απλό κομμάτι ξύλο, λίγο λάστιχο και ένα κομμάτι δέρμα μετατρεπόταν σε ένα από τα πιο αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών.
Η σφεντόνα δεν ήταν παιχνίδι που αγοράζονταν από το κατάστημα. Ήταν ένα παιχνίδι που κατασκεύαζαν τα ίδια τα παιδιά, μαθαίνοντας από τα μεγαλύτερα παιδιά πώς να διαλέγουν τη σωστή διχάλα, πώς να δένουν τα λάστιχα και πώς να την κάνουν να λειτουργεί σωστά.
Έτσι, όπως και πολλά άλλα παιχνίδια εκείνης της εποχής, η σφεντόνα ήταν αποτέλεσμα της φαντασίας, της εφευρετικότητας και της αξιοποίησης των απλών υλικών που υπήρχαν στο χωριό.


Η ζαμπούνα (ξύλινη σφυρίχτρα) 

Η ζαμπούνα ήταν ένα από τα απλά και αυτοσχέδια παιχνίδια που έφτιαχναν και έπαιζαν τα παιδιά παλιά στις Αμυγδαλιές Γρεβενών. Ήταν ουσιαστικά μια μικρή ξύλινη σφυρίχτρα, που μπορούσε να κατασκευαστεί από ένα κομμάτι ξύλο, συνήθως καρυδιάς.
Για την κατασκευή της διάλεγαν ένα ίσιο και γερό κομμάτι ξύλου καρυδιάς, περίπου 5 έως 10 εκατοστά μήκος και 1 έως 2 εκατοστά πάχος. Το ξύλο το έκοβαν και το πελεκούσαν με μαχαίρι ή μικρό σουγιά, δίνοντάς του σχήμα μικρού κυλινδρικού ή παραλληλόγραμμου σωλήνα.
Στη συνέχεια άνοιγαν στο εσωτερικό του ξύλου μια τρύπα κατά μήκος, ώστε να δημιουργηθεί ο αεραγωγός της σφυρίχτρας. Αυτό ήταν και το πιο δύσκολο μέρος της κατασκευής, γιατί έπρεπε η τρύπα να βγει όσο το δυνατόν πιο ίσια και καθαρή.
Κοντά στο ένα άκρο διαμόρφωναν το σημείο από όπου θα έβγαινε ο ήχος. Έκαναν ένα μικρό άνοιγμα και κατάλληλη εγκοπή, ώστε όταν φυσούσαν μέσα στη ζαμπούνα να δημιουργείται η χαρακτηριστική οξεία και δυνατή σφυρίχτρα.
Αφού τελείωναν το πελέκημα, καθάριζαν τις άκρες και λείαιναν το ξύλο όσο μπορούσαν. Κάποιες ζαμπούνες μπορεί να ήταν πιο απλές και πρόχειρες, ενώ άλλες, αν το παιδί ή κάποιος μεγαλύτερος είχε περισσότερη πείρα, μπορούσαν να είναι πιο καλοδουλεμένες.
Πώς παιζόταν; 
Η ζαμπούνα δεν ήταν παιχνίδι με συγκεκριμένους κανόνες. Το βασικό ήταν να καταφέρουν τα παιδιά να βγάλουν δυνατό και καθαρό ήχο από το αυτοσχέδιο όργανο.
Τα παιδιά μαζεύονταν στις αυλές, στους δρόμους ή στα γύρω μέρη του χωριού και φυσούσαν τη ζαμπούνα, προσπαθώντας να κάνουν διαφορετικούς ήχους και σφυρίγματα. Συχνά συναγωνίζονταν μεταξύ τους ποιανού η ζαμπούνα θα ακουγόταν πιο δυνατά ή ποιο παιδί θα κατάφερνε να βγάλει τον πιο καθαρό ήχο.
Άλλοτε τη χρησιμοποιούσαν απλώς για παιχνίδι και πείραγμα μεταξύ τους, κάνοντας ξαφνικά δυνατά σφυρίγματα για να τρομάξουν ή να τραβήξουν την προσοχή των άλλων παιδιών.
Η κατασκευή της ίδιας της ζαμπούνας ήταν ένα μέρος του παιχνιδιού. Τα παιδιά έψαχναν το κατάλληλο κομμάτι ξύλο, το έκοβαν, το πελεκούσαν και προσπαθούσαν να ανοίξουν σωστά την εσωτερική τρύπα. Αν η πρώτη δεν πετύχαινε, δοκίμαζαν ξανά με άλλο κομμάτι ξύλου.
Έτσι, η ζαμπούνα δεν ήταν απλώς ένα παιχνίδι. Ήταν ένα αυτοσχέδιο παιδικό κατασκεύασμα, που συνδύαζε την επινοητικότητα, τη δεξιοτεχνία και το παιχνίδι των παιδιών.
Για τα παιδιά εκείνης της εποχής, ένα μικρό κομμάτι καρυδιάς μπορούσε να γίνει παιχνίδι και να γεμίσει τις αυλές και τους δρόμους του χωριού με τα δυνατά σφυρίγματά του.


Η τριάρα ή τριώτα (επιτραπέζιο, κατά κάποιο τρόπο) 


Η τριάρα, που σε άλλες περιοχές λεγόταν και τριώτα, ήταν ένα από τα παλιά παιχνίδια που μπορούσαν να παίξουν τα παιδιά στις Αμυγδαλιές Γρεβενών χωρίς να χρειάζονται κάποιο αγοραστό παιχνίδι. Χρειαζόταν μόνο ένα κομμάτι άσπρο χαρτί, λίγο χώμα ή μια επίπεδη επιφάνεια για να χαράξουν το σχέδιο και μερικά μικρά πετραδάκια ή άλλα πρόχειρα αντικείμενα για πιόνια.
Το παιχνίδι παιζόταν από δύο παιδιά. 
Τα παιδιά χάραζαν στο χώμα ένα τετράγωνο. Στη συνέχεια χάραζαν τις γραμμές που ένωναν τα μέσα των απέναντι πλευρών, δημιουργώντας ένα σχήμα με εννέα σημεία στα οποία μπορούσαν να τοποθετηθούν τα πιόνια: τέσσερα στις γωνίες, τέσσερα στα μέσα των πλευρών, και ένα στο κέντρο.
Το σχέδιο μπορούσε να γίνει με ένα ξυλαράκι πάνω στο χώμα, ενώ σε αυλή με χώμα ή σε πλάκες μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ακόμη και ένα κομμάτι κεραμίδι.
Ο κάθε παίκτης είχε τρία πιόνια.
Δεν υπήρχαν φυσικά αγοραστά πιόνια. Τα παιδιά χρησιμοποιούσαν ό,τι έβρισκαν γύρω τους. Για παράδειγμα, ο ένας μπορούσε να έχει τρία μικρά πετραδάκια και ο άλλος τρία κομματάκια από κεραμίδι, ώστε να ξεχωρίζουν οι δύο παίκτες.
Έτσι, το παιχνίδι μπορούσε να στηθεί οπουδήποτε: στο σπίτι, στην αυλή, στο χώμα, έξω από το σπίτι. 
Για να αποφασίσουν ποιος θα παίξει πρώτος, μπορούσαν να κάνουν λάχνισμα.
Ο πρώτος παίκτης τοποθετούσε ένα από τα τρία πιόνια του σε ένα από τα σημεία του σχεδίου. Μετά έπαιζε ο δεύτερος και έβαζε το δικό του πιόνι.
Οι δύο παίκτες συνέχιζαν εναλλάξ, τοποθετώντας και τα τρία πιόνια τους.
Ο σκοπός ήταν να καταφέρουν να βάλουν τα τρία δικά τους πιόνια στην ίδια ευθεία.
Αυτή η σειρά των τριών πιονιών ήταν η «τριάρα».
Η μεγάλη διαφορά από τη σημερινή τρίλιζα
Η τριάρα δεν τελείωνε απαραίτητα μόλις τοποθετούνταν και τα έξι πιόνια.
Κάθε φορά έπαιζε ένας παίκτης και μπορούσε να μετακινήσει ένα δικό του πιόνι σε διπλανό ελεύθερο σημείο του σχεδίου. Με τις διαδοχικές μετακινήσεις προσπαθούσε να φέρει τα τρία πιόνια του στην ίδια ευθεία, ενώ παράλληλα ο αντίπαλος προσπαθούσε να τον εμποδίσει.
Έτσι το παιχνίδι μπορούσε να συνεχιστεί αρκετή ώρα, καθώς ο ένας προσπαθούσε να δημιουργήσει τη δική του τριάρα και ο άλλος να την εμποδίσει. 
Νικητής ήταν ο παίκτης που πρώτος κατάφερνε να σχηματίσει τριάρα, δηλαδή να τοποθετήσει τα τρία πιόνια του σε μία συνεχόμενη ευθεία.
Μόλις κάποιος το πετύχαινε, η παρτίδα τελείωνε και μπορούσαν να ξεκινήσουν ξανά.
Η ομορφιά της τριάρας ήταν ότι δεν χρειαζόταν τίποτε ιδιαίτερο. Τα παιδιά έφτιαχναν μόνα τους το παιχνίδι και τα «πούλια» από τα υλικά που υπήρχαν γύρω τους.
Ένα χαρτί και ένα μολύβι, ένα ξυλαράκι για να χαράξουν το χώμα ή ένα σπασμένο κεραμίδι για να την ζωγραφίσουν στην πλάκα ή το τσιμέντο, λίγα πετραδάκια, κομμάτια από κεραμίδι και η παρέα των παιδιών ήταν αρκετά.
Έτσι, η τριάρα ήταν ταυτόχρονα παιχνίδι σκέψης, παρατηρητικότητας και στρατηγικής. Το παιδί έπρεπε να προσέχει όχι μόνο πώς θα κάνει τη δική του τριάρα, αλλά και πώς θα εμποδίσει τον αντίπαλο να κάνει τη δική του.
Στις Αμυγδαλιές, όπως και σε πολλά χωριά της παλιάς Μακεδονίας, τέτοια παιχνίδια αποτελούσαν έναν απλό και δημιουργικό τρόπο διασκέδασης των παιδιών, ιδιαίτερα σε μια εποχή που τα παιχνίδια δεν αγοράζονταν από τα καταστήματα αλλά κατασκευάζονταν και στήνονταν από τα ίδια τα παιδιά.


Η εννιάρα και η δεκάρα 


Η εννιάρα και η δεκάρα ήταν από τα παλιά επιτραπέζια παιχνίδια στρατηγικής που έπαιζαν τα παιδιά στις Αμυγδαλιές Γρεβενών, ιδιαίτερα σε μια εποχή που τα παιχνίδια δεν αγοράζονταν από τα καταστήματα, αλλά κατασκευάζονταν από τα ίδια τα παιδιά με ό,τι υλικό υπήρχε γύρω τους.
Το παιχνίδι μπορούσε να παιχτεί στο χώμα της αυλής, σε μια επίπεδη πλάκα, σε ξύλο ή ακόμη και σε ένα κομμάτι χαρτί. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισσότερο από ένα σχέδιο, μερικά μικρά πετραδάκια και δύο παιδιά με διάθεση για παιχνίδι και συναγωνισμό.

Για να φτιάξουν την εννιάρα, χάραζαν στο χώμα τρία τετράγωνα ή ορθογώνια, το ένα μέσα στο άλλο, με κοινό περίπου κέντρο και τις πλευρές τους παράλληλες.
Στη συνέχεια χάραζαν γραμμές στην μέση των πλευρών του τετραγώνου και συνέδεαν τα αντίστοιχα σημεία των τετραγώνων, δημιουργώντας τις θέσεις όπου θα τοποθετούνταν τα πετραδάκια.
Έτσι σχηματιζόταν το χαρακτηριστικό σχέδιο της εννιάρας, με πολλές ευθείες και σημεία στα οποία μπορούσαν να τοποθετηθούν και να μετακινηθούν τα «πιόνια».
Τα παιδιά δεν χρειάζονταν ειδικά πιόνια. Για τον έναν παίκτη μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν εννέα μικρά πετραδάκια, ενώ ο άλλος χρησιμοποιούσε εννέα διαφορετικά πετραδάκια, ώστε να ξεχωρίζουν μεταξύ τους.
Μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιήσουν φασόλια, κουκιά, καρύδια, μικρά κομμάτια ξύλου ή οτιδήποτε άλλο υπήρχε εύκαιρο.

Έπαιζαν δύο παιδιά.
Ο κάθε παίκτης είχε από εννέα πετραδάκια. Τα τοποθετούσαν εναλλάξ πάνω στα σημεία του σχεδίου, προσπαθώντας να σχηματίσουν τριάδα, δηλαδή τρία δικά τους πετραδάκια σε ευθεία γραμμή.
Όταν ένας παίκτης κατάφερνε να σχηματίσει τριάδα, μπορούσε να πάρει ένα πετραδάκι του αντιπάλου, με αποτέλεσμα σιγά-σιγά να περιορίζει τις δυνατότητες του άλλου.
Αφού τοποθετούνταν τα πετραδάκια, άρχιζε το δεύτερο μέρος του παιχνιδιού: οι παίκτες μετακινούσαν τα πετραδάκια τους από τη μία θέση στην άλλη, ακολουθώντας τις γραμμές του σχεδίου, προσπαθώντας ξανά να σχηματίσουν τριάδες.
Το παιχνίδι απαιτούσε σκέψη, προσοχή και στρατηγική. Δεν αρκούσε να κοιτάζει κανείς μόνο τη δική του κίνηση· έπρεπε ταυτόχρονα να προσέχει τι ετοίμαζε ο αντίπαλος.
Ένας καλός παίκτης μπορούσε να δημιουργήσει μια θέση όπου είχε τη δυνατότητα να σχηματίσει τριάδα με περισσότερους από έναν τρόπους. Η γνωστή αυτή τακτική απαντά σε πολλές τοπικές παραλλαγές της εννιάρας και ονομάζεται «δίπορτο».
Έτσι, ο αντίπαλος βρισκόταν πολλές φορές μπροστά σε δύσκολη επιλογή, γιατί όποια κίνηση κι αν έκανε μπορούσε να αφήσει τον άλλο παίκτη να σχηματίσει τριάδα.
Αφού είχαν τοποθετήσει όλα τα πιόνια τότε μπορούσαν να μετακινήσουν το πιόνι μόνο στο διπλανό σημείο για να φτιάξουν τριάδα ή να δυσκολέψουν τον αντίπαλο να κάνει εκείνος. Όταν όμως τους έμεναν μόνο τρία πιόνια τότε μπορούσαν να τα μετακινήσουν σε όποιο σημείο της εννιάρας ήθελαν. Έχανε εκείνος που θα έμενε με δύο μόνο πιόνια στο παιχνίδι. 

Η δεκάρα

Η δεκάρα ήταν παραλλαγή της εννιάρας.
Παιζόταν με δέκα πετραδάκια για κάθε παίκτη, αντί για εννέα.
Το σχέδιο όμως ήταν λίγο διαφορετικό: όπως και στην εννιάρα, χαράζονταν τα τρία ομόκεντρα τετράγωνα ή ορθογώνια, αλλά στη δεκάρα προστίθενταν και οι διαγώνιες γραμμές.
Έτσι δημιουργούνταν περισσότερες γραμμές και περισσότερες δυνατότητες για σχηματισμό τριάδων, κάνοντας το παιχνίδι πιο σύνθετο.
Τα δέκα πετραδάκια του κάθε παίκτη ξεχώριζαν μεταξύ τους από το χρώμα ή το σχήμα. Για παράδειγμα, ο ένας μπορούσε να χρησιμοποιεί ανοιχτόχρωμα χαλίκια και ο άλλος σκούρα.
Πού και πότε έπαιζαν
Στις Αμυγδαλιές, όπως και σε πολλά χωριά της παλιάς εποχής, τέτοια παιχνίδια μπορούσαν να παιχτούν σχεδόν οπουδήποτε υπήρχε ένα επίπεδο κομμάτι γης.
Τα παιδιά χάραζαν το σχέδιο με ένα ξυλαράκι πάνω στο χώμα, με ένα κομμάτι κεραμίδι πάνω σε πλάκα ή με μολύβι πάνω σε χαρτί.
Δεν υπήρχαν έτοιμα ταμπλό και πλαστικά πιόνια. Το ίδιο το παιδί έφτιαχνε το παιχνίδι του.
Τα πετραδάκια τα μάζευαν από τον δρόμο, την αυλή ή το ρέμα και τα διάλεγαν έτσι ώστε να ξεχωρίζουν τα δικά του από του άλλου.

Η εννιάρα και η δεκάρα δεν ήταν απλώς παιχνίδια για να περνάει η ώρα.
Τα παιδιά μάθαιναν να προβλέπουν την επόμενη κίνηση, να προσέχουν τις κινήσεις του αντιπάλου, να δημιουργούν παγίδες και να προστατεύουν τα δικά τους πετραδάκια.
Γι' αυτό και η εννιάρα με την δεκάρα θεωρούνταν παιχνίδια για παιδιά που είχαν υπομονή και μπορούσαν να σκέφτονται αρκετές κινήσεις μπροστά.
Και όταν τελείωνε μια παρτίδα, το ταμπλό μπορούσε να μείνει χαραγμένο στο χώμα και τα παιδιά να ξαναρχίσουν αμέσως μια καινούργια.
Έτσι, με λίγα πετραδάκια και μερικές γραμμές χαραγμένες στο χώμα, τα παιδιά των Αμυγδαλιών έφτιαχναν μόνα τους ένα ολόκληρο παιχνίδι. 

 Ο λαγός 


Το παιχνίδι παιζόταν στο χώμα ή πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί.
Παίκτες:
🐇 1 λαγός – ένα πιόνι
🐕 1 κυνηγός – είχε 3 πιόνια, τα «σκυλιά»
Για πιόνια χρησιμοποιούσαν ό,τι υπήρχε πρόχειρο: μικρά πετραδάκια, φασόλια ή άλλα μικρά αντικείμενα. 
Σχεδίαζαν έναν μεγάλο κύκλο και μέσα του έναν σταυρό, στις τέσσερις άκρες του σταυρού ημικύκλια, που αποτελούσαν τις «φωλιές»,
και στο κέντρο έναν μικρό κύκλο, το λεγόμενο «τριφύλλι».
Ο λαγός προσπαθούσε να ξεφύγει από τα σκυλιά και να φτάσει στο κεντρικό «τριφύλλι», όπου θεωρούνταν ότι έβρισκε τροφή.
Ο κυνηγός, μετακινώντας ένα σκυλί κάθε φορά και μόνο κατά ένα διάστημα, προσπαθούσε να περιορίσει τις κινήσεις του λαγού και τελικά να τον εγκλωβίσει σε μία από τις φωλιές.
Αν ο κυνηγός εγκλώβιζε τον λαγό, κέρδιζε.
Αν ο λαγός έφτανε στο τριφύλλι, κέρδιζε αυτός.
Μετά άλλαζαν ρόλους και ξανάρχιζαν. 


Η κούνια 


Ένα από τα παλιά παιχνίδια των παιδιών στις Αμυγδαλιές Γρεβενών... 
Πριν ακόμη εμφανιστούν οι οργανωμένες παιδικές χαρές, οι κούνιες και τα άλλα έτοιμα παιχνίδια, τα παιδιά στις Αμυγδαλιές Γρεβενών έβρισκαν μόνα τους τρόπους να φτιάξουν τα παιχνίδια τους με ό,τι υπήρχε γύρω τους.
Η κούνια ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα παιχνίδια. Δεν χρειαζόταν παρά ένα γερό δέντρο, ένα δυνατό σχοινί – την παλιά «τριχιά» – και, σε ορισμένες κατασκευές, ένα κομμάτι ξύλο για κάθισμα.
Το πρώτο που έπρεπε να βρουν τα παιδιά ήταν ένα κατάλληλο δέντρο.
Έπρεπε να έχει έναν δυνατό, χοντρό και υγιή κλαδί, αρκετά ψηλό ώστε η κούνια να μπορεί να αιωρείται χωρίς να ακουμπούν τα πόδια στο έδαφος.
Το δέντρο μπορούσε να βρίσκεται στην αυλή κάποιου σπιτιού, κοντά στα σπίτια, σε κάποιο χωράφι ή σε άλλο κατάλληλο σημείο του χωριού.
Η επιλογή του κλαδιού ήταν πολύ σημαντική. Τα παιδιά ή οι μεγαλύτεροι έπρεπε να βεβαιωθούν ότι το κλαδί ήταν γερό και μπορούσε να κρατήσει το βάρος του παιδιού.

Η πιο απλή κούνια χρειαζόταν: μια χοντρή και γερή τριχιά ή σχοινί, ένα δυνατό κλαδί δέντρου, και, αν υπήρχε, μια ξύλινη σανίδα για κάθισμα.
Η τριχιά δεν ήταν ειδικό υλικό για παιχνίδι. Ήταν ένα χρήσιμο σχοινί του σπιτιού και της αγροτικής ζωής και μπορούσε να χρησιμοποιείται και για άλλες δουλειές.
Η κατασκευή ήταν απλή.
Πέταγαν τη μία άκρη της τριχιάς πάνω από το γερό κλαδί. Το σχοινί περνούσε πάνω από το κλαδί και κατέβαινε και από τις δύο πλευρές.
Στη συνέχεια έφερναν τις δύο άκρες στο ίδιο σημείο και τις έδεναν γερά μεταξύ τους.
Έτσι σχηματιζόταν ένας μεγάλος βρόχος από σχοινί.
Στο χαμηλότερο σημείο του βρόχου καθόταν το παιδί και, κρατώντας το σχοινί με τα χέρια του, μπορούσε να κινείται μπρος και πίσω.
Αυτή ήταν η πιο απλή μορφή της κούνιας.

Όταν υπήρχε η δυνατότητα, η κούνια γινόταν πιο άνετη.
Έπαιρναν μια γερή ξύλινη σανίδα και την τοποθετούσαν ως κάθισμα ή το κάθισμα το κρεμούσαν με δύο σχοινιά, ένα σε κάθε πλευρά.
Η σανίδα έπρεπε να είναι αρκετά φαρδιά ώστε να μπορεί να καθίσει το παιδί και αρκετά γερή ώστε να μην σπάσει. 
Όταν η κούνια ήταν έτοιμη, ένα παιδί καθόταν επάνω.
Έπιανε γερά τα σχοινιά με τα δύο του χέρια και τα άλλα παιδιά έδιναν ώθηση από πίσω.
Η κούνια άρχιζε να κινείται αργά.
Μπρος.
Πίσω.
Μπρος.
Πίσω.
Με κάθε σπρώξιμο η κούνια ανέβαινε όλο και ψηλότερα.
Όταν το παιδί μάθαινε να «δίνει μόνο του» κίνηση στην κούνια, λύγιζε και τέντωνε τα πόδια του και μετακινούσε το σώμα του μπρος και πίσω, αυξάνοντας έτσι το ύψος της αιώρησης.
Τα υπόλοιπα παιδιά περίμεναν τη σειρά τους.
Όταν αυτός που ήταν στην κούνια κουραζόταν ή κατέβαινε, έμπαινε ο επόμενος.
Έτσι η κούνια γινόταν παιχνίδι ολόκληρης της παρέας.
Η κούνια  δεν ήταν απλώς ένα μηχανικό παιχνίδι. Συνοδευόταν από τραγούδια, δίστιχα, πειράγματα και ευχές.
Στις Αμυγδαλιές τραγουδούσαν: «Κούνια μπέλα, έπεσε η κοπέλα, βάρεσε το γόνα, κούκλα παγώνα».
Η κούνια, επομένως, δεν ήταν απλώς ένα αντικείμενο.
Ήταν ένας τρόπος να συναντιούνται τα παιδιά, να παίζουν μαζί και να περνούν πολλές ώρες έξω από τα σπίτια.
Η κούνια μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από παιδιά διαφόρων ηλικιών.
Τα μικρότερα παιδιά χρειάζονταν βοήθεια για να ανέβουν και να κουνηθούν, ενώ τα μεγαλύτερα μπορούσαν να κουνιούνται μόνα τους και να δίνουν μεγαλύτερη ώθηση.
Η παλιά κούνια δείχνει κάτι πολύ σημαντικό για την παιδική ζωή εκείνης της εποχής.
Τα παιδιά δεν περίμεναν να τους αγοράσουν παιχνίδια.
Έβλεπαν ένα δέντρο και έβλεπαν μια κούνια.
Έβλεπαν ένα κομμάτι ξύλο και έβλεπαν ένα κάθισμα.
Έβρισκαν ένα σχοινί και έφτιαχναν παιχνίδι.
Η έλλειψη έτοιμων παιχνιδιών καλλιεργούσε την επινοητικότητα. Το παιδί δεν ήταν απλώς χρήστης ενός παιχνιδιού· ήταν πολλές φορές και ο ίδιος ο κατασκευαστής του.
Αυτό είναι κοινό χαρακτηριστικό πολλών παραδοσιακών παιχνιδιών, όπου τα παιδιά χρησιμοποιούσαν απλά υλικά του φυσικού και οικιακού περιβάλλοντος.
Για τα παιδιά των παλιότερων δεκαετιών, η κούνια δεν ήταν απλώς ένα παιχνίδι.
Ήταν μια μικρή κατασκευή που έφτιαχναν με τα χέρια τους.
Ήταν η χαρά της παρέας.
Ήταν οι φωνές και τα γέλια.
Ήταν η αναμονή μέχρι να έρθει η σειρά.
Ήταν η μεγάλη σπρωξιά που έκανε την κούνια να ανέβει ψηλά και το παιδί να αισθανθεί για λίγο ότι πετάει.
Και, πάνω απ' όλα, ήταν ένα παιχνίδι που μπορούσε να δημιουργηθεί σχεδόν από το τίποτα. 

Η Τσουβαλοδρομία


Η τσουβαλοδρομία ήταν ένα από τα πιο διασκεδαστικά αγωνίσματα που μπορούσαν να γίνουν στις παλιές γυμναστικές επιδείξεις του Δημοτικού Σχολείου. Δεν απαιτούσε ιδιαίτερο εξοπλισμό ούτε ειδικό χώρο. Χρειαζόταν μόνο μερικά γερά λινατσένια τσουβάλια, έναν χώρο για τον αγώνα και πολλά παιδιά που ήθελαν να συναγωνιστούν μεταξύ τους.
Οι γυμναστικές επιδείξεις αποτελούσαν σημαντικό γεγονός για ολόκληρο το χωριό. Εκτός από τις ασκήσεις σουηδικής γυμναστικής, μπορούσαν να περιλαμβάνουν αγώνες, παιχνίδια και χορούς, γίνονταν στο τέλος του σχολικού έτους, στην Αγία Παρασκευή πιο παλιά και αργότερα στην αυλή του σχολείου ή στην πλατεία, ενώ τις παρακολουθούσαν γονείς, συγγενείς και άλλοι κάτοικοι. 

Ο δάσκαλος  χάραζε στο χώμα ή όριζε έναν χώρο εκκίνησης και έναν χώρο τερματισμού. Τα παιδιά που θα έπαιρναν μέρος στέκονταν στη γραμμή εκκίνησης και μπροστά σε κάθε παιδί υπήρχε ένα τσουβάλι.
Τα τσουβάλια ήταν συνήθως τα παλιά λινατσένια τσουβάλια που χρησιμοποιούσαν οι οικογένειες για τη μεταφορά και αποθήκευση γεωργικών προϊόντων. Το παιδί έμπαινε μέσα στο τσουβάλι, το ανέβαζε μέχρι περίπου τη μέση ή ψηλότερα και κρατούσε με τα δύο χέρια το επάνω μέρος.

Με το σφύριγμα του δασκάλου τα παιδιά άρχιζαν να προχωρούν πηδώντας μέσα στα τσουβάλια.
Δεν μπορούσαν να περπατήσουν κανονικά. Έπρεπε να κάνουν μικρά ή μεγαλύτερα πηδήματα, κρατώντας ταυτόχρονα το τσουβάλι για να μην τους πέσει.
Σκοπός ήταν να φτάσουν πρώτοι στη γραμμή του τερματισμού.
Η δυσκολία ήταν ακριβώς αυτή, όσο πιο γρήγορα προσπαθούσε να κινηθεί ένα παιδί, τόσο πιο εύκολα μπορούσε να χάσει την ισορροπία του.
Πολλές φορές κάποιο παιδί μπερδευόταν μέσα στο τσουβάλι, παραπατούσε και έπεφτε, προκαλώντας τα γέλια και τα χειροκροτήματα των υπόλοιπων παιδιών και των θεατών. 


Η Αυγοδρομία

(Στην φωτογραφία είναι ο Θανάσης Καραλιόλιος από τις γυμναστικές επιδείξεις του Δημοτικού Σχολείου Αμυγδαλιών την δεκαετία του 1950 στην Αγία Παρασκευή!) 

Ένα από τα πιο διασκεδαστικά αγωνίσματα που γίνονταν τα παλιά χρόνια στις γυμναστικές επιδείξεις των παιδιών στις Αμυγδαλιές Γρεβενών ήταν η «Αυγοδρομία».
Ήταν ένα αγώνισμα που απαιτούσε από τα παιδιά ταχύτητα, ισορροπία, προσοχή και σταθερό χέρι. Το αυγό, εύθραυστο και πολύτιμο για την εποχή, έκανε τον αγώνα ακόμη πιο δύσκολο και συναρπαστικό.
Τα παιδιά που έπαιρναν μέρος στέκονταν στη γραμμή της εκκίνησης. Το καθένα κρατούσε ένα κουτάλι με το στόμα του, χωρίς να το πιάνει με τα χέρια. Πάνω στην κοίλη επιφάνεια του κουταλιού τοποθετούσαν προσεκτικά ένα ωμό αυγό.
Με το σύνθημα του δασκάλου, τα παιδιά ξεκινούσαν να τρέχουν προς το προκαθορισμένο σημείο. Προσπαθούσαν να κινηθούν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, αλλά ταυτόχρονα έπρεπε να κρατούν το κεφάλι και το στόμα τους σταθερά, ώστε το κουτάλι να μη γείρει και το αυγό να πέσει.
Το δύσκολο ήταν ότι δεν επιτρεπόταν να κρατούν το κουτάλι με τα χέρια. Όλη η προσπάθεια γινόταν με το στόμα, ενώ το αυγό έπρεπε να παραμείνει πάνω στο κουτάλι μέχρι το τέλος της διαδρομής.
Αν κάποιο παιδί έχανε την ισορροπία του και έπεφτε το αυγό, θεωρούνταν ότι έχανε τον αγώνα.
Νικητής ήταν εκείνος που έφτανε πρώτος στο τέρμα έχοντας ακόμη το αυγό πάνω στο κουτάλι.
Η Αυγοδρομία δεν ήταν απλώς ένας αγώνας ταχύτητας. Ήταν ένα παιχνίδι που προκαλούσε γέλιο, αγωνία και ενθουσιασμό στους θεατές. Τα παιδιά προσπαθούσαν να τρέξουν γρήγορα, αλλά κάθε απότομη κίνηση μπορούσε να κάνει το αυγό να πέσει. Έτσι, πολλές φορές, το παιδί που ξεκινούσε πιο γρήγορα δεν ήταν εκείνο που έφτανε πρώτο.
Στις γυμναστικές επιδείξεις, τέτοια αγωνίσματα έδιναν έναν διαφορετικό, πιο παιχνιδιάρικο χαρακτήρα στην εκδήλωση. Μαζί με τα αγωνιστικά και γυμναστικά προγράμματα, έφερναν χαρά και γέλιο, ενώ έδιναν στα παιδιά την ευκαιρία να συναγωνιστούν μεταξύ τους μέσα σε ένα κλίμα χαράς και παρέας.
Η Αυγοδρομία έμεινε έτσι στη μνήμη των παλιότερων ως ένα από τα απλά, αυτοσχέδια και αγαπημένα παιχνίδια των σχολικών γυμναστικών επιδείξεων — ένα παιχνίδι όπου ένα απλό κουτάλι, ένα αυγό και λίγα μέτρα δρόμου αρκούσαν για να γεμίσει ο σχολικός χώρος φωνές, αγωνία και γέλια.

Το «Καροτσάκι» 


Στις παλιές γυμναστικές επιδείξεις του Δημοτικού Σχολείου στις Αμυγδαλιές Γρεβενών, ένα από τα αγωνίσματα που διασκέδαζε ιδιαίτερα τα παιδιά και τους θεατές ήταν το «Καροτσάκι».
Τα παιδιά χωρίζονταν σε ζευγάρια και έπαιρναν θέση πίσω από τη γραμμή της αφετηρίας. Το ένα παιδί στεκόταν όρθιο, ενώ το άλλο έσκυβε μπροστά και ακουμπούσε τις παλάμες του στο έδαφος. Το παιδί που στεκόταν όρθιο έπιανε τα πόδια του συμμαθητή του, συνήθως από τους αστραγάλους ή χαμηλά στις γάμπες, και τα σήκωνε από το έδαφος.
Έτσι, το πρώτο παιδί μετατρεπόταν σε ένα είδος «καροτσιού»: στηριζόταν μόνο στα χέρια του και προχωρούσε περπατώντας με τις παλάμες, ενώ το δεύτερο παιδί το κρατούσε από τα πόδια και ακολουθούσε από πίσω. Η συγκεκριμένη μορφή είναι καταγεγραμμένη και ως «αγώνας καροτσάκι», όπου το ζευγάρι διανύει μια προκαθορισμένη απόσταση. 
Με το σύνθημα του δασκάλου, όλα τα ζευγάρια ξεκινούσαν μαζί. Σκοπός ήταν να φτάσουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα στη γραμμή του τερματισμού, χωρίς το παιδί που περπατούσε με τα χέρια να πέσει ή να ακουμπήσει τα γόνατα στο έδαφος.
Στον τερματισμό μπορούσε να κερδίσει το ζευγάρι που έφτανε πρώτο και χωρίς να διαλυθεί η «κατασκευή» του καροτσιού.
Ήταν ένα αγώνισμα που απαιτούσε δύναμη στα χέρια, ισορροπία, συνεργασία και ταχύτητα. Παράλληλα, δημιουργούσε πολλά γέλια και ενθουσιασμό, ιδιαίτερα όταν κάποιο από τα παιδιά έχανε την ισορροπία του και το «καροτσάκι» σταματούσε στη μέση της διαδρομής.

ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΣ, ΚΥΡΑ ΜΑΡΙΑ


Το «Δεν περνάς, κυρά Μαρία» ήταν ένα από τα παλιά ομαδικά παιδικά παιχνίδια που έπαιζαν τα παιδιά στις Αμυγδαλιές Γρεβενών. Παιζόταν κυρίως από κορίτσια, αλλά μπορούσαν να συμμετέχουν και αγόρια. Δεν χρειαζόταν κανένα αντικείμενο· αρκούσε ένας ανοιχτός χώρος και μια παρέα παιδιών.
Τα παιδιά πιάνονταν από τα χέρια και σχημάτιζαν έναν μεγάλο κύκλο. Ένα παιδί, που οριζόταν με λάχνισμα, στεκόταν στη μέση και γινόταν η «κυρά Μαρία».
Τα παιδιά του κύκλου άρχιζαν να κινούνται κυκλικά και τραγουδούσαν:
Παιδιά: «Δεν περνάς, κυρά Μαρία,
δεν περνάς, δεν περνάς!
Δεν περνάς, κυρά Μαρία,
δεν περνάς, περνάς!»
Η «κυρά Μαρία» προσπαθούσε να περάσει ανάμεσα από τα παιδιά και να βγει έξω από τον κύκλο, ενώ εκείνα κρατούσαν γερά τα χέρια τους και προσπαθούσαν να μην την αφήσουν να περάσει.
Σε άλλη μορφή του τραγουδιού ο διάλογος συνεχιζόταν:
Κυρά Μαρία: «Θε να πάω εις τους κήπους,
δεν περνώ, δεν περνώ.
Θε να πάω εις τους κήπους,
δεν περνώ, περνώ!»
Παιδιά: «Τι θα κάνεις εις τους κήπους,
δεν περνάς, δεν περνάς;
Τι θα κάνεις εις τους κήπους,
δεν περνάς, περνάς;»
Κυρά Μαρία: «Θα μαζέψω δυο βιολέτες,
δεν περνώ, δεν περνώ.
Θα μαζέψω δυο βιολέτες,
δεν περνώ, περνώ!»
Παιδιά: «Τι θα κάνεις τις βιολέτες,
δεν περνάς, δεν περνάς;
Τι θα κάνεις τις βιολέτες,
δεν περνάς, περνάς;»
Κυρά Μαρία: «Θα τις δώσω στην καλή μου,
δεν περνώ, δεν περνώ.
Θα τις δώσω στην καλή μου,
δεν περνώ, περνώ!»
Παιδιά: «Και ποια είναι η καλή σου,
δεν περνάς, δεν περνάς;
Και ποια είναι η καλή σου,
δεν περνάς, περνάς;»
Τότε η «κυρά Μαρία» έλεγε το όνομα ενός παιδιού του κύκλου:
«Η καλή μου είναι η ………!»
Το παιδί που άκουγε το όνομά του γινόταν η νέα «κυρά Μαρία» και το παιχνίδι συνεχιζόταν.

Περνά περνά η μέλισσα


Το παιχνίδι παιζόταν από αρκετά παιδιά, συνήθως κορίτσια και αγόρια μαζί, στην αυλή του σχολείου, στην πλατεία ή σε κάποιον ανοιχτό χώρο του χωριού.
Στην αρχή τα παιδιά διάλεγαν δύο μεγαλύτερα παιδιά για «μάνες». Οι δύο μάνες πήγαιναν λίγο πιο πέρα από τα υπόλοιπα παιδιά και, χωρίς να ακούσουν οι άλλοι, συμφωνούσαν η καθεμία σε ένα διαφορετικό όνομα. Τα ονόματα μπορούσαν να είναι λουλούδια, φρούτα, χρώματα ή άλλα αγαπημένα πράγματα.
Ύστερα στέκονταν η μία απέναντι στην άλλη, ένωναν τα χέρια τους ψηλά και σχημάτιζαν μια καμάρα, σαν μικρή γέφυρα.
Τα υπόλοιπα παιδιά πιάνονταν το ένα από τη μέση του άλλου και σχημάτιζαν μια μεγάλη αλυσίδα, ένα «τρενάκι». Περνούσαν κάτω από την καμάρα τραγουδώντας:
«Περνά περνά η μέλισσα,
με τα μελισσόπουλα
και με τα παιδόπουλα!»
Όταν έφτανε η σειρά ενός παιδιού να περάσει κάτω από την καμάρα, οι δύο μάνες κατέβαζαν ξαφνικά τα χέρια τους και το έπιαναν.
Τότε του έλεγαν σιγά, κρυφά από τα άλλα παιδιά:
— «Τι θέλεις; Το … ή το …;»
Το παιδί διάλεγε ένα από τα δύο ονόματα. Αν, για παράδειγμα, είχε διαλέξει το όνομα που είχε κρυφά κρατήσει η πρώτη μάνα, πήγαινε και στεκόταν πίσω από εκείνη, πιάνοντάς την από τη μέση.
Το ίδιο γινόταν με όλα τα παιδιά. Έτσι, χωρίς τα παιδιά να γνωρίζουν από πριν ποια ομάδα θα σχηματιστεί, δημιουργούνταν δύο αλυσίδες, μία πίσω από κάθε μάνα. 
Όταν είχαν διαλέξει όλα τα παιδιά, ερχόταν το πιο διασκεδαστικό μέρος του παιχνιδιού.
Οι δύο μάνες πιάνονταν από τα χέρια και τα παιδιά κάθε ομάδας κρατιούνταν σφιχτά το ένα από το άλλο, σχηματίζοντας μια μεγάλη ανθρώπινη αλυσίδα.
Με το σύνθημα άρχιζε το τράβηγμα.
Η μία ομάδα τραβούσε προς τη δική της πλευρά και η άλλη προς την αντίθετη. Στόχος ήταν να τραβήξει η μία ομάδα την άλλη προς το μέρος της. Η διελκυστίνδα αυτή αποτελούσε συνήθως το τελικό και πιο συναρπαστικό μέρος του παιχνιδιού.

Οκτώβρης 2026 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το επίδομα των 1000 ευρώ σε νεογέννητα στο δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΙ

 Στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΙ στις 4 Οκτωβρίου 2026 έγινε αναφορά στο επίδομα των 1000 ευρώ που δίνει ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αμυγδ...