Σελίδες

Πάσχα και Αποχαιρετισμός της Πασχαλιάς


ΤΑ ΒΑΓΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΑ.

Η Κυριακή των Βαΐων ήταν μεγάλη γιορτή για το χωριό. Όλοι πήγαιναν στην εκκλησία. Στο τέλος της λειτουργίας ο παπάς μοίραζε τα βάγια. Επίσης την Κυριακή των Βαΐων τέλειωναν και οι γυναίκες τις «περδίκες», (σ’ άσπρα άβραστα αυγά, με κοντύλι που έσταζε ζεστό κερί, ζωγράφιζαν διάφορες παραστάσεις και κεντίδια. Το κερί με το βράσιμο και το βάψιμο έλειωνε και έμεναν άσπρα τα σχέδια πάνω στο κόκκινο αυγό. Ακόμα και σήμερα σε όλα τα σπίτια του χωριού φτιάχνουν «περδίκες».

Τη Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη και Μ. Τετάρτη οι νοικοκυρές καθαρίζανε τα σπίτια για να είναι όλα καθαρά και λαμπερά την ημέρα της Ανάστασης. Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφανε τα αυγά.

Τη Μ. Παρασκευή όλα ήταν πένθιμα στο χωριό, ακόμα και στα καφενεία υπήρχε πένθιμη ατμόσφαιρα. Τα μόνα παιχνίδια που «επιτρεπόταν», ήταν η «τριάρα», η «εννιάρα» και η «δεκάρα». Οι γυναίκες την πιο πολλή ώρα την περνούσαν στην εκκλησία, στολίζοντας τον Επιτάφιο, ή λέγοντας μοιρολόγια.

Φωτ.

Ένα απ’ αυτά τα μοιρολόγια λέει:

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.

Σήμερα όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι.

Οι άνομοι, οι παράνομοι, οι τρισκαταραμένοι.

Για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων Βασιλέα.

Το Φαραώ παρήγγειλαν να κάνει τρία πιρόνια.

Κι αυτός ο σκυλοφαραώς βάζει και φτιάνει πέντε.

Σύ Φαραέ που τά ‘κανες κάτσε να μας διδάξεις.

Τα δυο βάλτε στα πόδια του, τ’ άλλα τα δυο στα χέρια.

Το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του.

Να τρέξει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε έπεσε και λιγώθη.

Στάμνες νερό την έριχναν, τρία κανάτια μόσχο

Και τρία μυροδόσταμνα, για να της έρθει ο νους της

Και σαν την ήρθε ο λογισμός και σαν την ήρθε ο νους της

Ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει

Γκρεμό να πάει να γκρεμιστεί για το μοναχογιό της

Η Μάρθα κι η Μαγδαλινή και του Λαζάρου η μάνα

Και του Ιακώβ η αδερφή, οι τέσσερις αντάμα

Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι

Το μονοπάτι τ’ς έβγαλε μέσ’ του ληστή την πόρτα

Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου

Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχιά της

Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει

Κοιτάει δεξιότερα, βλέπει τον Ιωάννη.

-Γιάννη μου, Γιάννη Πρόδρομε κι εσύ Διδάσκαλέ μου

μην είδες τον ιγιόκα μου και τον Διδάσκαλό σου

Δεν έχω στόμα να στο πω, γλώσσα να σου μιλήσω.

-Βλέπεις εκείνον τον φτωχό, τον παραπονεμένο,

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο.

Εκείνος είν’ ο γιόκας σου κι εμέ ο Δάσκαλός μου.

Κι η Παναγιά πλησίασε, κρυφά τον εμιλάει

-Δεν μου μιλάς ιγιόκα μου, δεν μου μιλάς παιδί μου.

-Τι να σου πω μανούλα μου, διάφορα δεν έχω.

Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει

Κι όποιος καλά το κράζει, Παράδεισο θα λάβει.

ΠΑΣΧΑ

Το Πάσχα το γιορτάζανε τρεις μέρες με τραγούδια και χορούς. Μετά το Χριστός Ανέστη, το βράδυ της Ανάστασης, τα φιλιά, τις αγκαλιές και τα τσουγκρίσματα των αυγών, έπρεπε όλοι να μεταφέρουν με τη λαμπάδα τους το φως της Ανάστασης στο σπίτι, που τους περίμενε η «μαγειρίτσα». Μετά την Ακολουθία της Αγάπης (Δεύτερη Ανάσταση), στο προαύλιο της εκκλησίας όλες οι γυναίκες του χωριού πιάνονταν χέρι – χέρι, ανάλογα με τη χρονική σειρά του γάμου τους, και χόρευαν και τραγουδούσαν Πασχαλιάτικα τραγούδια. Μόλις τέλειωναν οι χοροί και τα τραγούδια όλοι πήγαιναν στην πλατεία του χωριού όπου και στήνονταν μεγάλος χορός. Στην πλατεία τις περισσότερες φορές υπήρχαν και «όργανα» (ορχήστρα). Μάλιστα δεν ήταν λίγες οι φορές που έπαιζαν και δυο και τρεις ορχήστρες μαζί.

Φωτ.

Αλλά και όταν, για διάφορους λόγους, δεν υπήρχε ορχήστρα, ο χορός θα γινόταν με κάποιο γραμμόφωνο ή με τα τραγούδια των κατοίκων.

Φωτ.

Το ίδιο γλέντι επαναλαμβανόταν και την επόμενη μέρα το απόγευμα πάλι στην πλατεία του χωριού.

Φωτ.

Την «Κυριακή του Θωμά» το απόγευμα ή στο Πανηγύρι (όταν η 2 Μαΐου ήταν μετά την Κυριακή του Θωμά) οι γυναίκες του χωριού αποχαιρετούσαν την Πασχαλιά στην πλατεία του χωριού. Εκεί οι γυναίκες τραγουδούσαν και χόρευαν όλα τα Πασχαλιάτικα τραγούδια. Κορυφαία στιγμή ήταν πάντα το δίπλωμα του χορού.

 

Φωτ.

Σήμερα το έθιμο αυτό το αναβιώνει ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού και οι γυναίκες του χορευτικού – λαογραφικού τμήματος του Συλλόγου.

Φωτ.

ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

1. ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο Θ(Ε)ΟΣ (Δεύτερη Ανάσταση)

Σημαίνει ο Θος, σημαίνει η γη

σημαίνουν τα ουράνια

σημαίνει κι η Αγια Σοφιά

το μέγα μοναστήρι

με τετρακόσια σήμαντρα

κι εξήντα δυο καμπάνες.

Κάθε καμπάνα και παπάς

Κάθε παπάς και διάκος.

Ή

Σημαίνει ο Θος, σημαίνει η γη(2)

σημαίνουν τα ουράνια

σημαίνει κι η Αγια Σοφιά(2)

το μέγα μοναστήρι

και τα’ Άγιο Πνεύμα λάλησε(2)

‘πό μέσα απ’ τον Αη Δήμο

όλα τα εικόνια πάρτε τα(2)

κι όλα χαρτζάνιψέ τα

μόν’ το Σταυρό ν’ αφήσετε(2)

και τα’ Άγιο το Βαγγέλιο.

 

2. ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΣΠΩ Μ’ ΠΑΣΧΑΛΙΑ (Δεύτερη Ανάσταση)

Σέμερα Δέσπω μ’ Πασχαλιά(2)

Κι όλη την εβδομνάδα

Όλες οι νύφες στο χορό(2)

Κι όλες καλά χορεύουν

Κι εσύ Δέσπω μ’ δε φαίνεσαι(2)

Και στον απάνω κόσμο.

-Δέσπω μ’ σε κλαίει το παιδί (2)

σε κλαίει το μοναχό σου

μάνα μ’ σαν κλαίει το παιδί(2)

σαν κλαίει το μοναχό μου

μηλιάν έχω στον κήπο μου(2)

και κυδωνιά (ή κλήμα) στην αυλή μου.

Κόψε μήλο και δώσε το(2)

Δώστε το και κυδώνι (ή σταφύλι να μυρώσει)

Κι αν δε σωπαίνει με τ’ αυτά(2)

Σκάψε παράχωσέ το

3. ΟΙ ΚΑΚΕΣ ΟΙ ΣΥΝΥΦΑΔΕΣ

Οι κακές οι συννυφάδες

Λέν’ εμένα δε δουλεύω

Δ’λεύω εγώ και παραδ’λεύω

Πέντε μήνες ένα δράχτι(2)

Το ‘φκιασα ένα κουβαράκι

Σαν τ’ς γάτας το κεφαλάκι

Το ‘βαλα μες στο ντουλάπι

Πάει το πήρε το ποντίκι(2)

Το’ βαλε μες στο σεργιάνι

Σιούκου άντρα νοικοκύρη

Να χαλάσουμε το ντ’βάρι(2)

Για να βρούμε το κουβάρι.

4. ΣΤΑ ΓΡΕΒΕΝΑ

Στα Γρεβενά Δήμο μ’, στα Γρεβενά

Στον όμορφο τον τόπο(2)

Εκεί λαλούν τρεις πέρδικες

Κι αντιλαλούν τα πλάγια.

Τα πλάγια Δήμο μ’ γιόμισαν

Και τα πηγάδια βρόχια.

Κι ο κυνηγάρς από μεριά

Έπιασε την περδίκα.

5. ΔΙΠΛΟΣ ΧΟΡΟΣ (Δίπλωμα του χορού)

Διπλό χορό χορεύουμε,

Διπλά τραγούδια λέμε(2)

Κι η μάνα που μας έκανε

Διπλόμανα τη λέμε(2)

Κι η νούνα που μας βάφτισε

Διπλόνουνα τη λέμε. (2)

Ζερβό χορό χορεύουμε

Ζερβά τραγούδια λέμε(2)

Κι η μάνα που μας έκανε

Ζερβόμανα τη λέμε(2)

Κι η νούνα που μας βάφτισε

Ζερβόνουνα τη λέμε. (2)

6. ΗΡΘΕ Η ΔΕΥΤΕΡΑ

Ήρθε η Δευτέρα

Βγάλτε τα καινούρια(2)

Ντύστε τα τζιρτζέλια. (2)

Πάρτε τα δικέλια(2)

Σύρτε κι στ’ αμπέλια(2)

Βγάλτε αγράδες, βγάλτε(2)

Δώστε στα γομάρια.

7. ΒΑΣΙΛΕΨΕΝ Ο ΗΛΙΟΣ

Βασίλεψεν ο ήλιος

Και πέφτει μια λευκάδα

Κι αλί ποιον θα βαρέσει

Της (…….) το κεφάλι

Την (…….) την καημάνη

Τη ζαχαροτρανεμένη

--Φλάστιρα – Φλάστιρα

--Ορίστε και κατηγορείστε

--Πόσα καρβέλια (πισνίκια) παίρνει ο φούρνος;

--Έντεκα κι ένα καμένο.

--Ποιος το ‘καψε;

--Η (…..)

--Δώστην με το τσάκνο.

8.ΌΛΕΣ ΟΙ ΝΥΦΕΣ ΣΤΟ ΧΟΡΟ

Όλες οι νύφες στο χορό κι όλες καλά χορεύουν

Κι εσύ Δέσπω δε φαίνεσαι και στον απάνω κόσμο

Δέσπω σε κλαίει το παιδί σε κλαίει το μοναχό σου

Μάνα σαν κλαίγει το παιδί, σαν κλαίει το μοναχό μου

έχεις μηλιά στον κήπο σου και κυδωνιά σ’ν αυλή σου

για κόψε μήλο δώσε το, κυδώνι να μυρώσει

κι αν δε μυρώσει μάνα μου, σκάψε, παράχωσέ το

βάλε τα νύχια σου τσαπί και τις παλάμες φτυάρι.

9.ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ

Στα Μάρμαρα - στα Μάρμαρα, βγήκα να σεργιανίσω

Βγήκα να δω τις έμορφες και πίσω να γυρίσω

Σαν πάησα και τις λόγιασα, σαν πάησα και τις είδα

Θαμαίνουμαν, λογίζουμαν, το πώς θα τις μιλήσω

-Μωρ’ άσπρη ξάσπρη βαμπακιά και χιόνα μου γραμμένη

Μαργαριτάρι σου ‘στειλα να πλέξεις τα μαλλιά σου

-Κι αν το ‘στειλες βρε γάιδαρε, ‘γώ άντρα δε σε κάνω

μαρούλια έχω στον κήπο μου, ντραγάτι θα σε βάλω

κι αν λείψει μαρουλόφυλλο και στον Κατή σε πάω.

Ή

10. ΣΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ

Στα Μάρμαρα - στα Μάρμαρα, βγήκα να σεργιανίσω

Βγήκα να δω τις έμορφες και πίσω να γυρίσω

Πώς πλένουν, πώς λευκαίνονται, πώς μοσχοσαπουνιούνται.

Λογίζομαι, θαμάζομαι, το πώς να τη φωνάξω.

Να τη φωνάξω βεργουλιά; Η βέργα κυματίζει.

Να τη φωνάξω αγιόκλημα; Τ’ αγιόκλημ’ έχει κόμπους.

Να τη φωνάξω βατσινιά; Η βατσινιά ‘γκαθίζει.

-Τι σ’ έχου ‘γω, τι σ’ έχου ‘γω, π’ μι κράζεις βαμπακούλα;

-Μαργαριτάρι σ’ έστειλα να πλέξεις τα μαλλιά σου.

-Ποιον το’ στειλες; Ποιον το’ στειλες; ‘γω άντρα δε σε κάνω.

Ή

Στα Μάρμαρα - στα Μάρμαρα, βγήκα να σεργιανίσω

Βγήκα να δω τις έμορφες και πίσω να γυρίσω

Σαν πάησα και τις λόγιασα, σαν πάησα και τις είδα

Θαμαίνουμαν, λογίζουμαν, το πώς θα τις μιλήσω

-Μωρ’ άσπρη ξάσπρη βαμπακιά και χιόνα μου γραμμένη

Μωρ’ άσπρη ξάσπρη βαμβακιά και χιόνα μου γραμμένη!

Τι σ’ έχω εγώ βρε γάιδαρε π’ με κράζεις βαμπακούλα

Μαρούλια έχω στον κήπο μου, ντραγάτη θα σε βάλω

Κι αν λείψει ένα μαρουλόφυλλο και στον κατή σε πάω.

11. ΜΙΑ ΚΟΡΗ ΜΙΑ ΞΑΝΘΙΑ ΚΟΡΗ

Μια κόρη μια ξανθιά κορή, ξανθιά και μαυρομάτα,

Τον άντρα της παράτησε, Τούρκον άντρα επήρε.

Κι ο άντρας της παντρεύτηκε κι άλλη γυναίκα πήρε.

Βάζει τρακόσια φλάμπουρα κι εξήντα δυο νταούλια,

Κι από την πόρτα τ’ς απερνάει κι από το παραθύρι.

-Πάψτε μπρατίμοι τον ηχό, μαστόροι τα νταούλια,

ν’ από ψηλά θα γκρεμιστώ και χαμηλά θα πέσω,

σαν το γυαλί να ραγιστώ, σαν το κρουστάλλ(ι) να θράψω.

Κι ο άντρας της την άκουσε στέκει και τη ρωτάει:

-Τ’ έχεις κόρη μ’ και θλίβεσαι και βαριαναστενάζεις;

Μήνα φλουριά δεν έχουμε, άσπρα και καραγρόσια;

-Φωτιά να κάψει τα’ άσπρα σου κι η φλόγα τα φλουριά σου,

μπροστά στον άντρα τον καλό, μπροστά στο παλικάρι.

Παν οι ρωμιοί στην εκκλησιά κι πρέπ’ ου κόσμους όλους.

 

12. ΣΑΝ ΤΗΝ ΠΕΡΔΙΚΑ ΓΥΡΙΖΩ

Σαν την πέρδικα γυρίζω με ξανθά μαλλιά(2)

στο βουνό μια βοσκοπούλα έβοσκε τ’ αρνιά(2)

καλημέρα βοσκοπούλα τι ζητείς εδώ; (2)

έχασα τα πρόβατα μου και ήρθα να τα βρω(2)

δε μου λες ωραία κόρη έχεις γονικά(2)

έχεις μάνα και πατέρα και κληρονομιά(2)

από μάνα και πατέρα είμαι ορφανή(2)

και κληρονομιά δεν έχω είμαι μοναχή(2)

έτσι είσαι εσύ κυρά μου έτσι είμαι και εγώ(2)

έλα να στεφανωθούμε να ζήσουμε τα δυο. (2)

 

13.Τ’ ΑΔΕΡΦΙΑ ΔΕΝ ΠΟΝΙΟΥΝΤΑΙ

…………………………………….

Και τώρα για τους φίλους μου(2)

Και για τους συγγενείς μου

Θα πω τραγούδι θλιβερό

Και παραπονεμένο

Θα κάνω τα βουνά να κλαίν’

Κι οι κάμποι ν’ αναστενάζουν

Ανάθεμα ποιος το ‘λεγε

Τ’ αδέρφια δεν πονιούνται

Τ’ αδέρφια σκίζουν τα βουνά

Κι οι αδερφές τους κάμπους

Κι η μάνα σκίζει τη θάλασσα

Μέχρι να τ’ ανταμώσει

Σαν βγήκε και τα’ αντάμωσε

Σ’ ένα όμορφο μπαΐρι

Πολλά τα χρόνια ακάμωτο

Κι απ’ όλα τα χορταριασμένο

Κι από τα δάκρυα τα πολλά

Κι από τα μοιρολόγια

Εκεί χορτάρι δε φύτρωσε.

 

14.ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΕΡΜΑΙΝΕΣΤΕ

Βουνά και δεν θερμαίνεστε

Κάμποι δεν αρρωστάτε

Μας πάτσαν την Αγια Σοφιά

Το μέγα μοναστήρι

Πήραν άσπρα, πήραν φλουριά

Πήραν μαργαριτάρια

Και τ’ Άγιο Πνεύμα λάλησε

Μέσα απ’ τον Αη Δήμο

-Όλα τα εικόνια πάρτε τα

κι όλα χαρτζιάνιψέ τα

μόν’ το Σταυρό αφήστε μας

και τ’ Άγιο το ‘Βαγγέλιο

να μας χωρίζει την πίστη μας

από Τούρκοι και Ρωμαίοι.

 

15.ΠΕΝΤΕ ΠΛΑΤΑΝΟΙ

Πέντε πλάτανοι

Πέντε αράδα – αράδα

Κι ένας μοναχός(2)

Χαρά στον ίσκιο από ‘χει

Στην κορφάδα του

Σταυρός μαλαματένιος

Στα κλωνάρια του(2)

Ντουφέκια κρεμασμένα

Και στον ίσκιο του(2)

Λεβέντης ξαπλωμένος

Και στη ρίζα του(2)

Γρίβας ήταν δεμένος

Μόν’ ποδάριζε(2)

Και ψιλοχλιμιντρούσε

Σήκω αφέντη μου(2)

Και μη βαριοκοιμάσαι

Δρόμον έχουμε(2)

Και ένα βαθύ ποτάμι

Πώς να διάβουμεν(2)

Και πώς να τ’ απεράσουμε

 

16.ΑΛΗΣΜΟΝΩ ΚΑΙ ΧΑΙΡΟΜΑΙ

Αλησμονώ και χαίρομαι, θυμάμαι και δακρύζω

Θυμήθηκα την ξενιτιά και θέλω να πηγαίνω.

Σήκω! Μάνα μ’ και ζύμωσε, καθάριο παξιμάδι

Να πάρει ο γιος στη στράτα του, στης ξενιτιάς το δρόμο.

Με δάκρυα βέζει το νερό, με πόνους το ζυμώνει

Και με τα’ αναστενάγματα, βάζει φωτιά στο φούρνο!

Άργησε φούρνε να καείς και συ ψωμί να γένεις

Για να διαβεί η συντροφιά κι ο γιος μου να μη φύγει…

 

17.ΕΨΕΣ ΕΙΔΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ

Εψές είδα στον ύπνο μου

Είδα και στ’ όνειρό μου

Τον άγγελό μου φίλευα

Και το Χριστό κερνούσα

Και την Κυρά την Παναγιά

Πολύ παρακαλούσα

Για να μου δώσει τα κλειδιά

Κλειδιά του παραδείσου.

 

18.ΤΩΡΑ ΜΑΪΑ ΤΩΡΑ ΔΡΟΣΙΑ

Τώρα Μαϊά τώρα δροσιά (2)

Τώρα το καλοκαίρι

Τώρα φουντώνουν τα κλαδιά(2)

Κι οι ρεματιές ισκιώνουν

Τώρα κι ο ξένος βόλησε(2)

Να πάει μακρυά στα ξένα.

Νύχτα σελώνει τα’ άλογο(2)

Νύχτα το καληγώνει

Βάζει τα πέταλα χρυσά(2)

Και τα καρφιά ασημένια.

 

19.ΤΟ ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΟ

Ένα μικρό Τουρκόπουλο (2)

Μικρό διαβολεμένο

Μια Ρωμιοπούλα κυνηγά (2)

Γυναίκα να την πάρει

Κι η κόρη από το φόβο της (2)

Κι από την αντροπή της

Τα πλάγια-πλάγια έπαιρνε (2)

Και στον Αη Γιώργη βγαίνει

Βόηθα σ’ με Αη Γιώργη μ’ βόηθα σ’ με (2)

Να μη με πάρει ο Τούρκος

Θα φέρει αμάξια το κερί (/2)

Φορτώματα το λάδι.

 

20. ΚΑΤΩ ΣΤΗΝ ΑΣΠΡΗ ΠΟΤΑΜΙΑ

Κάτω στην άσπρη ποταμιά

Βουλγάρα μ’ Βουλγάρα μ’(2)

Στον έμορφο τον τόπο

Μικρή Βουλγαροπούλα

Εκεί διαβαίνει ένας πασάς

Βουλγάρα μ’ Βουλγάρα μ’(2)

Κι ένας καλός λεβέντης

Μικρή Βουλγαροπούλα

Έχει ζευγάρια δώδεκα

Βουλγάρα μ’ Βουλγάρα μ’(2)

Τσιφτσήδες δεκαπέντε

Μικρή Βουλγαροπούλα

Έχει κι έναν ζερβόμυλο

Βουλγάρα μ’ Βουλγάρα μ’(2)

Π’ αλέθει το πιπέρι

Μικρή Βουλγαροπούλα

 

21.ΜΑΚΡΥΝΙΤΣΑ

Πού θα μας πας βρε Σύρο μου

Σύρο μ’ και καπετάνιε

Στη Μακρυνίτσα πάμε βρε παιδιά(2)

Μέσ’ του παπά το σπίτι

Παπά μ’ ψωμί, παπά μ’ φαΐ(2)

Να φάν’ τα παλικάρια

Παπά μ’ την κόρη σ’ θέλουμε(2)

Να βγει να την ειδούμε

Να την γιομίσουμε φλουριά(2)

Κι όλο μαργαριτάρι

Να βγει να σύρει το χορό

Ορέ φέτο έτσι κι ακόμα μια χρονιά

Τον παραπάνω χρόνο θα δούμε λευτεριά.

 

22. ΣΕΙΣ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ

Σεις περή- σεις περήφανα πουλάκια

Που πετάτε αυτού ψηλά

Αχ! Που πετάτε αυτού ψηλά(2)

Μήπως πά- μήπως πάτε στη μαμά μου

Στη μανούλα τη γλυκιά

Αχ! Στη μανούλα τη γλυκιά(2)

Να τους δώ- να τους δώσω ένα γράμμα

Να το βάλω 0ια γραφή

Αχ! Να το βάλω μια γραφή(2)

Να το πά- να το πάτε στη μανούλα

Για να μην με καρτερεί

Αχ! Για να μη με καρτερεί(2)

Πως ο γιος- πως ο γιος της εσκοτώθει

Μες τη μάχη Λαχανά

Αχ! Μες τη μάχη Λαχανά.

 

23.ΣΤΑ ΠΕΝΤΕ ΑΛΩΝΙΑ

Μωρ’ εκεί περά, μωρ’ εκεί περά,

Μωρ’ εκεί περά κι αντίπερα

Πέρα στα πέντε αλώνια

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Πέρα στα πέντε αλώνια

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ εκεί λυχνούν, μωρ’ εκεί λυχνούν

Μωρ’ εκεί λυχνούν οι δώδεκα

Λυχνούν κι οι δεκαπέντε

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Λυχνούν κι οι δεκαπέντε

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ κι Δέσπω ξι-, μωρ’ κι Δέσπω ξι-,

Μωρ’ κι Δέσπω ξισκιβάλιζε

Με τη χρυσή τη σκούπα

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Με τη χρυσή τη σκούπα

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ κι η μάνα της, μωρ’ κι η μάνα της

Μωρ’ κι η μάνα της, της έλεγε

Κι η μάνα της, της λέει

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Κι η μάνα της, της λέει

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ φεύγά Δέσπώ μ’, μωρ’ φεύγά Δέσπώ μ’,

Μωρ’ φεύγά Δέσπώ μ’, απ’ κουρνιαχτό

Φεύγά κι από τον ήλιο

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Φεύγά κι από τον ήλιο

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ εγώ τον ή-, μωρ’ εγώ τον ή-,

Μωρ’ εγώ τον ήλιο αγαπώ

Τον κουρνιαχτό τον θέλω

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Τον κουρνιαχτό τον θέλω

Κόρη αρραβωνιασμένη.

 

24. ΤΡΑΒΑ ΑΕΡΑ ΔΡΟΣΕΡΕ

Τράβα αέρα δροσερέ τράβα και χαϊδεμένε

Να πάν’ οι άσπρες για μωρέ νερό

Να πάν’ οι άσπρες για νερό

Και οι λυγερές να πλύνουν

Παίρνω κι εγώ το μαύρο μου(2)

Να πάω να τον ποτίσω

Βρίσκω μια κόρη πο’πλυνε

Σε μαρμαρένια βρύση

Τη χαιρετώ δε μου μιλά(2)

Την κρένω δε με κρένει

Για τι δακρύζεις λυγερή(2)

Ωρέ και βαριαναστενάζεις

Έχω άντραν στην ξενιτιά(2)

Και λείπει δέκα χρόνια

Κι αν δε φανεί κι αν δεν κοστεί(2)

Καλόγρια θα γίνω

Θα πάνω σ’ έρημο βουνό.

-Κόρη μ’ εγώ είμ’ ο άντρας σου

Εγώ είμαι κι ο καλός σου.

-Αν είσαι εσύ ο άντρας μου(2)

δείξε σημάδια του σπιτιού.

-Ανάμεσα στην κάμαρα

χρυσό καντήλι ανάβει

και φέγγεσαι και γδύνεσαι(2)

ωρέ και πλέκεις τα μαλλιά σου.

-Ξένε μ’ εσύ είσαι ο άντρας μου.

 

25. ΜΩΡ’ ΚΑΛΗ ΜΟΥ ΜΑΝΑ

Μωρ’ καλή μου μάνα

Τι τον ζήλεψέτε(2)

Τον κοντό τον άντρα(2)

Πάρτον μάνα πάρτον

Πάρτον μάνα σύρτον

Σύρτον στο παζάρι

Τον κοντό τον άντρα

Τον κατσικοκλέφτη

Πάει να κλέψει γίδια

Γίδια και κατσίκια

Σύρτον μάνα σύρτον

Και παζάρεψέ τον(2)

Δυο ραμάτες σκόρδα(2)

Καναδυό κρομμύδια

 

26. ΔΕ ΣΕ ΘΑΡΡΟΥΣΑ ΠΟΤΑΜΕ

Δε σε θαρρούσα ποταμέ

Νερό να κατεβάσεις

Και τώρα πώς κατέβασες

Μια θυλωσιά μεγάλη

Φέρνεις δέντρα μωρέ φέρνεις κλαδιά

Ωρέ φέρνεις δέντρα μωρέ φέρνεις κλαδιά

Μηλιά ξεριζωμένη

Και στην κορφή από τη μηλιά(2)

Δυο αδέρφια αγκαλιασμένα

Κι ένας τον άλλον έλεγε

Κι ένας τον άλλον λέει

Τσακώσ’ καλά αδερφάκι μου(2)

Να μη μας πάρ’ το ρέμα

Το λόγο δεν ε μωρέν απόσωσαν(2)

Ωρέ και το ποτάμ’ τους πήρε

Κι η μάνα τους μωρέ θλίβονταν.

 

27. ΚΑΤΩ ΣΤΑ ΕΞΙ ΜΑΡΜΑΡΑ

Κάτω στα έξι μάρμαρα

Στα έξι μαρμαρέτσια

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Στα έξι μαρμαρέτσια

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Εκεί είν’ κόρη ανύπαντρη

Κόρη αρραβωνιασμένη

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Κόρη αρραβωνιασμένη

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Προξενητάδες έρχονται

‘πό μέσα από την πόλη

Κι άντε μαύρα μου μάτια

‘πό μέσα από την πόλη

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Και η μάνα της την έλεγε

Και η μάνα της τη λέγει

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Και η μάνα της τη λέγει

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Σήκω κόρη μου κι άλλαξε

Στολίσου κι αρματώσου

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Στολίσου κι αρματώσου

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

--Εγώ σας λέω δεν μπορώ

κι εσείς μου λέτε σήκω

Κι άντε μαύρα μου μάτια

κι εσείς μου λέτε σήκω

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Έχω αδερφή μικρότερη

Δώστε την κι ας την πάρουν

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Δώστε την κι ας την πάρουν

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Και μένα να με θάψετε

Στης εκκλησιάς την πόρτα

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Στης εκκλησιάς την πόρτα

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Κι όντας περνάει η μάνα μου

Να χύνει μαύρα δάκρυα

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Να χύνει μαύρα δάκρυα

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

Κι όντας περνάει ο άντρας μου

Να ανάβει χρυσές λαμπάδες

Κι άντε μαύρα μου μάτια

Να ανάβει χρυσές λαμπάδες

Τι έχετε μαύρα μου μάτια

 

28. ΚΑΤΩ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΘΟΔΩΡΟ (Πανηγύρι και Άγιο Χριστόφορο)

Κάτω στον Άγιο Θόδωρο(2)

στον Άγιο Αη Θανάση (Χριστόφορο ή Γιώργη)

πανηγυρίζουν οι λυγερές(2)

κι όλες οι μαυρομάτες

και μια ψηλή και μια λιγνή(2)

δε φάνηκε να έρθει

κι έμαθα πως αρρώστησε(2)

βαριά για να πεθάνει.

Ήταν ο τόπος μας πολύς(2)

Κι ο κόσμος ήταν λίγος.

 

29. ΜΗ ΜΕ ΣΤΕΛΝΕΙΣ ΜΑΝΑ

Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική

Γιατί θα μαραζώσω και θα μείνω εκεί

Έρημη μανούλα πώς να σου το πώ

Κάλιο ψωμί κρομμύδι κι αυτόν που αγαπώ(2)

Αγαπώ μωρ’ μάνα μ’, κάποιον απ΄ το χωριό

Έμορφο λεβέντη και μοναχογιό(2)

Μ’ έχει φιλημένη, μες στις ρεματιές

Και αγκαλιασμένη κάτω απ’ τις ιτιές.

Φεύγω Γιώργο μ’, πάω μακριά

Εμένα θα με θάψουν μες στην ξενιτιά.

 

30.ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΘΟΣ, ΣΗΜΑΙΝΕΙ Η ΓΗ

Σημαίνει ο Θος, σημαίνει η γη(2)

σημαίνουν τα ουράνια

σημαίνει κι η Αγια Σοφιά(2)

το μέγα μοναστήρι

και τα’ Άγιο Πνεύμα λάλησε(2)

‘πό μέσα απ’ τον Αη Δήμο

όλα τα εικόνια πάρτε τα(2)

κι όλα χαρτζάνιψέ τα

μόν’ το Σταυρό ν’ αφήσετε(2)

και τα’ Άγιο το Βαγγέλιο.

 

31.ΤΩΡΑ ΜΑΪΑ ΤΩΡΑ ΔΡΟΣΙΑ

Τώρα Μαϊά τώρα δροσιά

Τώρα το καλοκαίρι

Τώρα φουντώνουν τα κλαδιά

Και ισκιώσαν τα χαντάκια

Τώρα κι ο ξένος βόλησε

Να πάει μακριά στα ξένα.

Νύχτα σελώνει τα’ άλογο

Νύχτα το καληγώνει

Βάζει τα πέταλα αργυρά

Και τα καρφιά ασημένια.

Και τα καληγοσφύρια του

Όλο μαργαριτάρι

Και η κόρη του τον έλεγε

Και η κόρη του τον λέγει

Πάρε κι εμένα αφέντη μου

Εκεί μακριά στα ξένα

Εκεί που πάω κόρη μου

Είναι Τουρκιά γεμάτο

Κι εμένα σε σκοτώνουνε

Κι εσένα σε Τουρκεύουν.

 

32. ΑΠΡΙΛΗ

Απρίλη-Απρίλη δροσερέ και Μάη καμαρωμένε

Που χιόνισε τ’ Αη Νικολά το Μάη το καλοκαίρι

Μας ψόφησες τα πρόβατα, τα γίδια κινδυνεύουν

Και τα παιδιά μας έφυγαν, πάησαν κα το Ρωμέικο.

 

33. ΣΤΗ ΡΙΖΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ

Στη ρίζα του βασιλικού – Σύρμω βασιλικού

Στη ρί- στη ρίζα του Βαζάμη Σύρμω – Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Εκεί έπεσα να κοιμηθώ – Σύρμω να κοιμηθώ

Λίγο - λίγο ύπνο να πάρω, Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Είδα ένα όνειρο πικρό, Σύρμω ήταν πικρό

Πικρό – πικρό ήταν για τ’ εμένα, Σύρμω – Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Παντρεύεται η αγάπη μου, Σύρμω η αγάπη μου

Και παί- και παίρνει το δικό μου, Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Εμένα μόν’ ακάλεσε, Σύρμω μ’ ακάλεσε

Νουνά να στεφανώσω, Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Παίρνω τα στέφανα χρυσά, Σύρμω ήταν χρυσά

Και τα κε- και τα κεριά ασημένια, Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

Και το κριθάρι από ‘σπερναν, Σύρμω από ‘σπερναν

Μόνο - μόνο μαργαριτάρι, Σύρμω κι Αναστασιά μου(2)

 

34. ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΙ

Τα σύννεφα σηκώνονται

Βαριά είναι βουρκωμένα

Το ένα σέρνει βαριά βροχή

Το άλλο βαρύ χαλάζι

Το τρίτο το μικρότερο

Σέρνει μαργαριτάρι

Στους κάμπους ρίχνει τη βροχή

Και στα βουνά χαλάζι

Και στης Θοδώρας την αυλή ρίχνει μαργαριτάρι

(Και η Θοδώρα ζύμωνε

Αφράτο παξιμάδι);

Κι η μάνα της τη φώναζε

Και η μάνα της τη λέγει

Σήκω Θοδώρα μου να δεις

Τι ρίχνει στην αυλή σου.

 

35.ΟΛΑ ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ ΖΥΓΑ-ΖΥΓΑ

Όλα τα πουλάκια ζυγά – ζυγά

Το έρημο τ’ αηδόνι το μοναχό(2)

Περπατεί στους κάμπους και τραγουδεί(2)

Άντρα μου Πολίτη πραματευτή(2)

Που την εδιάλεξες αυτήν τη ναι(2)

Την ξανθομαλούσα την Πατρινιά

Απ’ το μαχαλά της απέρασα

Και στη γειτονιά της εδιάβηκα

Τα βασιλικά της επότιζε

Και τις μαντζουράνες εδρόσιζε

 

36. ΠΟΙΑ ΣΚΥΛΑ ΜΑΝΑ ΤΟ ‘ΛΕΓΕ

Ποια σκύλα μάνα το ‘λεγε

Τ’ αδέρφια δεν πονιούνται

Τ’ αδέρφια σκίζουν τα βουνά

Κι οι αδερφές τους κάμπους

Κι η μάνα σκίζει τη θάλασσα

Όσο να τ’ ανταμώσει

Σαν πάεισε και τ’ αντάμωσε

Σε ένα όμορφο μπαΐρι

Τριάντα χρίνια ακάμωτο

Κι εξήντα παριασμένο

Και εκεί ταρπέζι έστρωσαν

Να καλογιοματίσουν

Χρυσά μαντίλια έβγαλαν

Σένα τα λέω τούτα

Κι αν θέλεις άκουστα

Πάρε χαρτί και πένα

Και κάτσε γράψε τα.

 

37.ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Μες στην Αγια Παρασκευή

Κόρη κοιμάται μοναχή

Κοιμάται κι ονειρεύεται

Και βλέπει πως παντρεύεται

‘ξήγα μανούλα μ’ το ‘νειρο

ψηλόν πύργο ανέβαινα

σε περιβόλι έμπαινα

και δυο ποτάμια με νερό

είναι τα δάκρυα που θα χύσω εγώ

-Όχι κόρη μου, όχι καλή μου

δεν το εξήγησες καλά.

Ο πύργος είναι ο άντρας σου

Το περιβόλι ο γάμος σου

Τα δυο ποτάμια με νερό

Είναι κρασί για το συμπεθεριό.

 

38. ΤΡΙΑ ΚΑΡΙΟΦΙΛΙΑ

Τρία καριοφίλια τζάνουμ,

τρία καριοφίλια σ’ ένα κλωνάρι.

Σ’ ένα κλωνάρι τζάνουμ,

να κόψω ένα να το μυρίσω

να κόψω ένα τζάνουμ

να το μυρίσω, να το ρωτήσω.

Να το ρωτήσω τζάνουμ,

για τον καλό μου μήπως τον είδε.

Μήπως τον είδε τζάνουμ

Στο Βαϊπαζάρι πουλούσε μήλα.

Πουλούσε μήλα τζάνουμ

Στο Βαϊπαζάρι, στις μαυρομάτες.

Στις μαυρομάτες τζάνουμ

και στα κορίτσια πουλούσε μήλα.

 

39. ΤΣΙΑΚ – ΤΣΙΟΥΚ

Τσιακ – τσιουκ τις πόρτες και τις πορτοπούλες.

-Ποιος είναι όξω τούτη την ώρα;

-Εδώ είναι ο Γιάννης κι είν’ ο καλογιάννης.

-Τι θ΄λεις Γιάννη τούτη την ώρα;

-Ήρθα και θέλω τη θυγατέρα σ’.

-Δεν στην εδίνω βρε Μαυρογιάννη,

σιούκου κι φεύγα τούτη την ώρα.

Τσιακ – τσιουκ τις πόρτες και τις πορτοπούλες

Φεύγειν ο Γιάννης κυνηγημένος…

 

40.Η ΑΝΟΙΞΗ ΚΙ Ο ΧΙΝΟΠΩΡΟΣ(ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΣ)

Ο χ’μώνας κι ου χινόπωρος αντάμα τρών’ και πίνουν

Κι κάλεσαν την άνοιξη να πάει να τη φιλέψουν

Κι η άνοιξη καμάρουνι-καμάρουνι δεν πάει

-Τι καμαρώνεις άνοιξη με τα λουλούδια από ‘χεις;

Εσύ έχεις ασπρολεύκαδα εγώ έχω παλικάρια

Εσύ έχεις τα τσιγκόδεντρα κι εγώ έχω τους γερόντους

Εσύ έχεις τις αγριογκορτσιές εγώ έχω τις μπαμπίτσες

Εσύ έχεις τις τριανταφυλλιές εγώ έχω τις νυφίτσες

Εσύ έχεις το βασιλικό εγώ έχω τα κοτσύφια

Εσύ έχεις τα μαυρόγιτσια, εγώ έχω τα παιδάκια

Ταχιά ‘ρχεται χινόπωρος και θα στα μαραγκιάσει.

 

41.ΑΗΔΟΝΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ

Αηδόνι της πρωτομαγιάς, να παντρευτεί γυρεύει

Να πάρει άντρα γέροντα, να σκλαβωθεί γυρεύει

Κι η μάνα της την έλεγε, κι η μάνα της τη λέγει:

-Κόρη μου μην παντρεύεσαι, μην παίρνεις γέρον άντρα

βάστα να ‘ρθεί χινόπωρο, να ‘ρθουν τα παλικάρια

τότε κόρη μ’ να παντρευτείς, να πάρεις παλικάρι

 

ΤΩΡΑ Τ’ ΑΡΓΑ

Τώρα τ’ αργά τ’ αργούτσικα

Να ειδείς μηλιά

Φόντας γυρνάει ο ήλιος

Μήλο μου μυρισμένο

Φόντας γυρνάει ο ήλιος

Πουλάκι μου γραμμένο.

Λόγια ν’ ακούσεις διάβαινε

Να ειδείς μηλιά

Στο Γρίβα καβαλάρης

Μήλο μου μυρισμένο

Στο Γρίβα καβαλάρης

Πουλάκι μου γραμμένο

Κάνας δεν το λόγιασε

Να ειδείς μηλιά

Κάνας δεν το λογιάζει

Μήλο μου μυρισμένο

Κάνας δεν το λογιάζει

Πουλάκι μου γραμμένο.

Κόρη ξανθή τον λόγιασε

Να ειδείς μηλιά

Από το παραθύρι

Μήλο μου μυρισμένο

Από το παραθύρι

Πουλάκι μου γραμμένο.

Γιάννη μου το μαντήλι σου

Να ειδείς μηλιά

Τι το ‘χεις λερωμένο

Μήλο μου μυρισμένο

Τι το ‘χεις λερωμένο

πουλάκι μου γραμμένο.

Το λέρωσε η ξενιτιά

Να ειδείς μηλιά

Το λέρωσαν τα ξένα

Μήλο μου μυρισμένο

Το λέρωσαν τα ξένα

πουλάκι μου γραμμένο.

Δόσ’ μου το Γιάννη, δόσ’ μου το

Να ειδείς μηλιά

Να στο μαρμαροπλύνω

Μήλο μου μυρισμένο

Να στο μαρμαροπλύνω

Πουλάκι μου γραμμένο

 

Ο ΓΑΜΟΣ

Φωτ.

(Από το γάμο του Ευθυμίου και της Γλυκερίας Δήλμα. Στο κλαρίνο είναι ο Νάσιος Τσιοτίκας και στο νταούλι ο γιος του ο Κώστας.)

ΠΡΟΞΕΝΙΟ

Μέχρι πριν λίγα χρόνια στο χωριό οι κοπέλες συνηθιζόταν να παντρεύονται σε πολύ μικρή ηλικία. Αυτή η συνήθεια, κατά πάσα πιθανότητα, έχει τις ρίζες τις ρίζες της στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τότε που για να προλάβουν το άρπαγμα των όμορφων κοριτσιών από τους Τούρκους και τους Αρβανίτες, τα πάντρευαν σε ηλικία από 8 μέχρι 12 χρονών. Προτιμούσαν δε συνήθως να παντρεύουν τα παιδιά τους στο ίδιο χωριό για να κάνουν πολλούς και γερούς συμπεθέρους. Γιατί όσο πιο πολλούς και γερούς συγγενείς είχε κανένας, τόσο μεγαλύτερη υποστήριξη είχε και τόσο σιγουριά είχε στη ζωή. Αυτό το ρόλο έπαιζαν και οι κουμπαριές και τα πολλά «μπρατίμια». Η λέξη «μπράτμος» προέρχεται από το Σλαβικό «μπράτ μόι» που θα πει αδερφός μου. Κάθε «μπράτμος» τη μάνα του άλλου τη φώναζε «σταυρομάνα» και εκείνη τον «μπράτμο» του γιου της «σταυραετό». Παλιότερα όσοι ήθελαν να γενούν «μπρατίμια» πήγαιναν στην εκκλησία μετά τη Δεύτερη ανάσταση και σκυμμένοι γύρω-γύρω με τα κεφάλια ακουμπισμένα, τους έζωνε ο Παπάς με την Αγία Ζώνη και γινόταν πνευματικά αδέρφια, με τις ευχές και τις ευλογίες της εκκλησίας. 

Αν κάποιος δεν είχε καπαρώσει κάποιο κορίτσι τότε έπιαναν δουλειά οι προξενητάδες ήταν άνθρωποι υπομονετικοί, γλυκομίλητοι, πολυλογάδες, καταφερτζήδες και τις πιο πολλές φορές ψεύτες. Αναλάμβαναν προξενιές με το αζημίωτο φυσικά. Στα πιο παλιά χρόνια, σχεδόν όλοι, παντρεύονταν με προξενιό. Τα δε κορίτσια δεν είχαν δικαίωμα γνώμης στην επιλογή του γαμπρού. Σε κάποιες ακραίες καταστάσεις που υπήρχε διαφωνία, τότε ακολουθούσε το κλέψιμο της νύφης από τον αγαπημένο της.

 

Τ' ΑΡΡΑΒΩΝΙΑΣΜΑΤΑ.

Το επισφράγισμα της προξενιάς και όλων των ενεργειών και συμφωνιών των ενδιαφερομένων ήταν τ' αρραβωνιάσματα. 

Το πρώτο στάδιο των αρραβώνων και η αρχή του συγγενικού τους δεσμού, ήταν το άλλαγμα των δαχτυλιδιών, που μ' αυτά επισημοποιούσαν τη συμφωνία που ως τώρα κρατούσαν μυστική (λογοδόσιμο). 

Τα δαχτυλίδια ήταν συνήθως ασημένια ή μπρούτζινα με ασημένια επίχρυση, ή «φλουροκαπνισμένα». Τα «φλουροκαπνισμένα» ήταν δαχτυλίδια πολυτελείας και τα αγόραζαν από τους «χρυσικούς» (χρυσοχόους) του χωριού. 

Τα δαχτυλίδια τα άλλαζαν συνήθως το βράδυ του Σαββάτου, για να έχουν μπροστά τους την Κυριακή που θα πήγαιναν να τους συγχαρούν για τα «χαϊρλήθκα». Τη Δευτέρα και την Τρίτη δεν έκαναν αρραβώνες για να μη «δευτερώσει» ή «τριτώσει». Ούτε και την Πέμπτη αρραβώνιαζαν γιατί νόμιζαν ότι θα «ξέπεφταν» (Πέμπτη-Πέφτει). Όταν ήταν έτοιμα όλα οι δύο συμπέθεροι συζητούσαν για την προίκα. Φτιάχνανε προικοσύμφωνο (γραπτό αν ήξεραν γράμματα). Για κάθε κορίτσι από τη στιγμή της γέννησής του η έγνοια των γονιών (της μάνας περισσότερο), αλλά και του ίδιου όταν μεγάλωνε ήταν η προίκα. Αφού τελείωνε το προικοσύμφωνο οι συμπέθεροι έβγαζαν δαχτυλίδια και τα αντάλλαζαν. Το δαχτυλίδι του αγοριού το έπαιρνε ο πατέρας του κοριτσιού και το δαχτυλίδι του κοριτσιού το έπαιρνε ο πατέρας του αγοριού. Ένας-ένας πλησίαζε φιλούσε τα δαχτυλίδια και ευχόταν: «χαϊρλήθκα, καλά στέφανα, και σε μ’κρότερα να χαρούμε». Οι τουφεκιές στον αέρα συμπλήρωναν το τυπικό της όλης διαδικασίας, αλλά και ανακοίνωναν το νέο σε όλο το χωριό. 

Τότε εμφανιζόταν για πρώτη φορά η νύφη (ο γαμπρός δεν πήγαινε στο λογοδόσιμο). Πήγαινε μπροστά στον πατέρα του αγοριού, προσκυνούσε τρεις φορές, του έβαζε στον ώμο ένα ζευγάρι «τσιράπια» και τον φιλούσε στο χέρι. Εκείνος κερνούσε τη νύφη χρήματα. Το ίδιο γινόταν και με όλους τους συγγενείς του γαμπρού, ξεκινώντας από τον προξενητή. Μετά έφευγε για να πάει στο δωμάτιο να ετοιμάσει τα δώρα που θα έστελναν μαζί με το δαχτυλίδι στον αρραβωνιαστικό και στους άλλους συγγενείς που δεν ήταν παρόντες. Και αφού έλεγαν και κάποια τραγούδια, αποχαιρετούσαν τους συμπεθέρους και έφευγαν. Έτσι τελείωνε το πρώτο στάδιο των αρραβώνων. Από εδώ και μπρος η κοπέλα θα φορούσε τη βέρα του αρραβωνιαστικού της και ο γαμπρός τη βέρα της αρραβωνιαστικιάς του.

 

 

ΕΠΙΣΗΜΕΣ ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ

Το άλλαγμα των δαχτυλιδιών (βέρες), δεν αρκούσε για να φτάσει κανείς στο γάμο. Έπρεπε να ακολουθήσουν και τα επίσημα αρραβωνιάσματα που και η εκκλησία θα έβαζε τη σφραγίδα της, με το διάβασμα της ακολουθίας των αρραβώνων. Οι επίσημες αρραβώνες γινόταν συνήθως δυο βδομάδες πριν το γάμο. Στο διάστημα αυτό ο αρραβωνιαστικός, δεν έβλεπε την αρραβωνιαστικιά του σχεδόν καθόλου. Θα την έβλεπε ή τυχαία στο δρόμο ή πάντα με την παρουσία των γονιών τους. Αφού καλούσαν τους πιο στενούς συγγενείς του προξενητή και το Νουνό που θα στεφάνωνε, πήγαιναν στο σπίτι της νύφης για τους αρραβώνες. Έπαιρναν την «μανέστρα», έβαζαν τα δώρα για το σόι της νύφης και ξεκινούσαν. (Τις ίδιες περίπου ετοιμασίες έκαναν και στο σπίτι της νύφης). 

Στο δρόμο τραγουδούσαν: 

Αϊ παίρνω το ντουφεκάκι μου,
μ' έβρεχε μωρ’ με χιόνιζε.
Πάω να κυνηγήσω
Άιντε βρίσκω λαγόν από ‘βοσκε
Μ ' έβρεχε μωρ’ με χιόνιζε.
Πέρδικα που φωλιάζει
Ας βρέχει μωρέ κι ας χιονίζει (δις)
Άιντε ρίχνω σκοτώνω το λαγό
Μ΄ 'εβρεχε μωρ’ με χιόνιζε.
Και πιάνω την περδίκα
Ας βρέχει μωρέ κι ας χιονίζει (δις)


Σαν έφταναν στο σπίτι της νύφης, τους καλωσόριζαν και τους έβαζαν να κάτσουν στην «κόχη». Στην άλλη «κόχη» καθόταν το σόι της νύφης. Αφού τους κερνούσαν κρασί, μεζέδες και γλυκά, ερχόταν η ώρα να υπογράψουν το προικοσύμφωνο, επίσημα, μπροστά σε όλους τους καλεσμένους (ή το διάβαζε ο παπάς). Ύστερα από αυτό, το λόγο τον είχε ο παπάς, που έστελναν και τον φώναζαν για να αρραβωνιάσει, σύμφωνα με τους κανόνες της εκκλησίας. Έτσι ύστερα από το διάβασμα του παπά, ο δεσμός των αρραβώνων ήταν ακατάλυτος. Και αν κάποιος ήθελε να διαλύσει τους αρραβώνες, τότε επενέβαινε η εκκλησία. Αργότερα όμως οι εκκλησιαστικοί αρραβώνες απαγορεύτηκαν από την ίδια την εκκλησία και σήμερα γίνονται μαζί με τα «στέφανα». 

Μετά ακολουθούσε φαγοπότι και τραγούδι:

Σε τούτη την τάβλα την χρυσή, σε τούτο το τραπέζι
Τρεις μαυρομάτες μας κερνούν κι οι τρεις αράδ' αράδα.
Η μια κερνάει με τι γυαλί, άλλη με την κούπα
Κι η Τρίτη η μικρότερη, κερνάει με το ποτήρι,
Όσα ποτήρια τους κερνάει, τόσες ευχές της λένε
"να ζήσει χρόνους εκατό και να τους απεράσει".

Κατά τα ξημερώματα τελείωνε το γλέντι. Αντάλλαζαν τα δώρα και οι συγγενείς του γαμπρού ξεκινούσαν να φύγουν. Μαζί τους πήγαιναν και μερικοί συγγενείς της νύφης. Το γλέντι θα συνεχιζόταν για λίγο ακόμα στο σπίτι του γαμπρού. Την ώρα που έκοβαν και μοίραζαν την «μπουγάτσα» της νύφης, μια τουφεκιά τάραζε την ησυχία του χωριού. Έτσι τελείωναν και τα επίσημα αρραβωνιάσματα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΝ ΣΤΟΥΣ ΑΡΡΑΒΩΝΕΣ

1.ΜΙΑ ΚΟΝΤΗ ΜΕΛΑΧΡΙΝΗ (και αποκριάτικο)

Μια κοντή μωρέ μια κοντή

Μια κοντή μελαχρινή

Μια κοντή μελαχρινή

Στο ποτάμ’ κατέβαινε

Στο ποτάμ’ κατέβαινε

Και μωρ’ συλογίζονταν

Ωρέ πώς να το περάσω εγώ

Τούτο το θολό νερό

Άντε πέρασές με νιούτσικε

Πάρε τα παπούτσια μου

Δεν τα θέλω κόρη μου

Δεν τα καταδέχομαι

Πέρασές με νιούτσικε

Θα σου δώσω φίλημα

Άντε θα σου δώσω φίλημα

Φίλημα κι αγκάλιασμα

Άντε μια και δυο την άρπαξε

Πέρα την επέταξε

Δώμ’ κορή το φίλημα

Φίλημα που μ’ έταξες

Παραπάνω νιούτσικε

Να φανούν τα σπίτια μας (2)

Να φανούν τα σπίτια μας

Και τα παραθύρια μας

2.ΑΦΗΝΩ ΓΕΙΑ ΤΙΣ ΟΜΟΡΦΕΣ (αρραβώνες)

Αφήνω γεια τις όμορφες

και γεια τις μαυρομάτες

εγώ παώ παώ στα Γιάννενα

εγώ παώ παώ στα Γιάννενα

στου Μπέη τα σαράια

βρίσκω τον Μπέη που λούζονταν (2)

σε μια χρυσή λυγένη

καλή μερά σου Μπέη μου (2)

καλώς τη βλάχα που ‘ρθε

εγώ είμ’ η βλάχα – η βλάχα η έμορφη (2)

η βλάχα η ξακουσμένη

πο’ χω τα χι- τα χίλια πρόβατα (2)

τα τρεις χιλιάδες γίδια

λύκος να φάει – να φάει τα πρόβατα (2)

και σκάρκαλος τα γίδια

να μείνει η βλα- η βλάχα η έμορφη

στο ’να βουνό τα πρόβατα (2)

στ’ άλλο βουνό τα γίδια

κι ανάμεσα στα δυο βουνά (2)

ρόδοι και μύλοι αλέθουν

τα έξι αλέθουν με νερό (2)

τα έξι με το γάλα

κι απ’ τον αφρό του γάλατος (2)

οι βλαχοπούλες πλένουν

η μια πλένει τους άρρωστους (2)

κι η άλλη τους λαβωμένους

κι η τρίτη η καλύτερη (2)

τους αρραβωνιασμένους

εγώ είμαι η βλάχα η έμορφη.

 

3.ΠΟΥ ΠΑΣ ΒΡΕ ΓΙΕ ΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΣ

Πού πας βρε γιε μου μοναχός

Δεν πάω μάνα μοναχός

Έχω τ’ς γονείδες αμπροστά

Και το νουνό μ’ από μεριά

Και τ’ αδερφάκια μ’ από κοντά

Γαμπρέ μ’ κι αϊτέ μας άργησες

Να ‘ρθεις να προσκυνήσεις

Μας άργησαν κι αργήσαμε

Κι αργήσαμε να ρθούμε

Είχα τερζή απόραφτε

Της νύφης τα στολίδια.

Μας άργησαν κι αργήσαμε

Κι αργήσαμε να ρθούμε.

Γεια σ’ Γιαννούλα γεια σ’

Να ρθεις τριγύρω τρεις φορές

Στης πεθεράς το σπίτι

Γεια σ’ Γιαννούλα γεια σ’

Να βρεις κλωνάρι λεμονιάς

Να δέσεις τ’ άλογό σου

Φεύγω κλαίγοντας.

 

4.ΣΤΑ ΠΕΝΤΕ ΑΛΩΝΙΑ (και Πασχαλιάτικο)

Μωρ’ εκεί περά, μωρ’ εκεί περά,

Μωρ’ εκεί περά κι αντίπερα

Πέρα στα πέντε αλώνια

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Πέρα στα πέντε αλώνια

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ εκεί λυχνούν, μωρ’ εκεί λυχνούν

Μωρ’ εκεί λυχνούν οι δώδεκα

Λυχνούν κι οι δεκαπέντε

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Λυχνούν κι οι δεκαπέντε

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ κι Δέσπω ξι-, μωρ’ κι Δέσπω ξι-,

Μωρ’ κι Δέσπω ξισκιβάλιζε

Με τη χρυσή τη σκούπα

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Με τη χρυσή τη σκούπα

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ κι η μάνα της, μωρ’ κι η μάνα της

Μωρ’ κι η μάνα της, της έλεγε

Κι η μάνα της, της λέει

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Κι η μάνα της, της λέει

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ φεύγα Δέσπω μ’, μωρ’ φεύγα Δέσπω μ’,

Μωρ’ φεύγα Δέσπω μ’, απ’ κουρνιαχτό

Φεύγα κι από τον ήλιο

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Φεύγα κι από τον ήλιο

Κόρη αρραβωνιασμένη.

Μωρ’ εγώ τον ή-, μωρ’ εγώ τον ή-,

Μωρ’ εγώ τον ήλιο αγαπώ

Τον κουρνιαχτό τον θέλω

Τι έχετε μαύρα μου μάτια,

Τον κουρνιαχτό τον θέλω

Κόρη αρραβωνιασμένη.

5.ΜΑΡΟΥΣΙΑΝΑ

Πέντε μήνες έξη αδράχτια

Πότε τ’ άγνεσες, Μαρουσιάνα

Άχ, πότε τ’ άγνεσες

Κι άλλες πέντε δυο κουβάρια(2)

Πότε τα ‘μασες, Μαρουσιάνα

Αχ, πότε τα ’μασες

Κι άλλες τόσες σεργιανούσα (2)

Σε ψηλά βουνά Μαρουσιάνα

Αχ, σε ψηλά βουνά

Για να έβρω την αγάπη μ’(2)

Που την έχασα Μαρουσιάνα μ’

Αχ, που την έχασα

Που είναι μακρά στα ξένα(2)

Από δούλευα, Μαρουσιάνα μ’

Αχ, από δούλευα

Και σαν ήρθα και τη βρήκα (2)

Μες στον Γκιουλ Μπαχτσέ

Αχ, μες στον Γκιουλ Μπαχτσέ

Ρίχνω μήλο και της κρούω (2)

Δεν το δέχτηκε, Μαρουσιάνα μ’

Αχ, δεν το δέχτηκε

Ρίχνω και την αρραβώνα (2)

Και τη δέχτηκε, Μαρουσιάνα μ’

Αχ, και τη δέχτηκε.

6.ΕΜΕΙΣ ΕΔΩ ΔΕΝ ΗΡΘΑΜΕ

Εμείς εδώ δεν ήρθαμε, να φάμε και να πιούμε(2)

Εμείς τη νύφη ήρθαμε, να βγει να την γειδούμε(2)

Να ‘ρθει σιμά να ρθει κοντά, να μας φιλήσει τα χέρια(2)

Να μάσει τα κεράσματα, να κάνει τα προικιά της(2)

 

7.ΜΕΙΝΑΝ ΤΑ ΦΑΪΑ ΜΑΣ

Ωρέ τι δεν τρώτε φίλε τζάνουμ

Ωρέ μείναν τα φαϊά μας τζάνουμ δε σας άρεσαν

Φίλε τζάνουμ δε σας άρεσαν

Ωρέ έχει ο αφέντης μας και άλλα και τ’ αλλάζουμε

Ωρέ μείναν τα ποτήρια τζάνουμ δεν κερνούν καλά

Ωρέ έχει ο αφέντης και άλλα και τ’ αλλάζουμε

Φίλε τζάμουμ και τ’ αλλάζουμε

8.ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΙΑΝΟΤΡΑΠΕΖΑ

Αυτά τα λιανοτράπεζα

Θέλω να τα στολίσω

Με μόσχον με βασιλικό

Τριγύρω παλικάρια

Και στην κορφή μα……

Με τα χαρτιά στα χέρια

Τώρα καλώ παρακαλώ σας κι έλεγα

Παρακαλούσαν κι έλεγαν

Παρακαλούν και λένε

Να ‘τος ο Θος που εύχεται

Σ’ αυτόν το νοικοκύρη

Να ζήσει χρόνους εκατό

9. ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΚΙ ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΛΑΔΙΑ

Άιντε παίρνουν κι ανθίζουν τα κλαδιά

Μικρή Ρηνούλα μου

Ωρέ κι ο πάγος δεν τ’ αφήνει

Θέλω κι εγώ Ρήνα μ’ να σ’ αρνηθώ

Κι ο πόνος δεν μ’ αφήνει.

Για της Ρηνούλας τον καημό

Ωρέ για της Ρηνούλας τον καημό

Μικρή Ρηνούλα μου

Ωρέ για της ραβωνιασμένης.

Την προξενούν Ρήνα μ’ στα Γιάννινα

Άντε την προξενούν Ρήνα μ’ στα Γιάννινα

Μικρή Ρηνούλα μου

Την προξενούν στην Πρέσπα (Λάρσα).

-Δε θέλω εγώ μάνα μ’ στα Γιάννινα

ωρέ δε θέλω εγώ μάνα μ’ στα Γιάννινα

δε θέλω εγώ στην Πρέσπα

μόν’ θέλω εγώ μάνα μ’ στον Τύρναβο.

Αέρας τα φυσάει τα πλατανόφυλλα

Θεός να τα φυλάει τα Ελληνόπουλα.

10. ΆΙΝΤΕ ΘΕΛΤΕ ΔΕΝΤΡΑ ΚΙ ΑΝΘΙΣΕΤΕ

Άιντε θέλτε δέντρα κι ανθίσετε

Θέλτε και μαραθείτε

Στον ίσκιο σας μωρέ δεν κάθομαι

Στον ίσκιο σας δεν κάθομαι

Ωρέ στην ρίζα σ’ δεν κοιμούμαι

Μόν’ καρτερώ την άνοιξη

Το Μάη το καλοκαίρι

Ν’ ανοίξει ο γαύρος κι η οξιά

Ωρέ να ισκιώσουν τα λημέρια

Να βγουν οι βλάχες στα βουνά

Ωρέ να βγουν οι βλαχοπούλες

Να βγουν τα λάγια πρόβατα

Ωρέ με τ’ αργυρά κουδούνια

Και ν’ αγναντεύει ο τσέλιγκας.

Μωρέ στρογγυλοφρύδα

Και σβάρνα την ποδιά

Τρελαίνεις παλικάρια

Κι ανύπαντρα παιδιά.

11. ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΗ ΜΑΝΑ ΣΟΥ

Ανάθεμα τη μάνα σου, μικρή Σταυρούλα μου

Ωρέ που σ’ έστειλε στο γάμο

Και σ’ είδαν τα ματάκια μου

Άντε που σ’ είδαν τα ματάκια μου

Κι απόρησε η καρδιά μου.

Σύρε να πεις κόρη μ’ τη μάνα σου

Άντε σύρε να πεις κόρη μ’ τη μάνα σου

Γαμπρόν για να με κάνει

Κι αν δεν θελήσει μωρέ για γαμπρό

Άιντε κι αν δε θελήσει για γαμπρό

Ας είναι κι υπηρέτης

Μόν’ θέλω τα ωρέ κόρη μ’ ματάκια σου.

12. ΠΑΙΡΝΩ ΤΟ ΝΤΟΥΦΕΚΑΚΙ ΜΟΥ

Παίρνω το ντουφεκάκι μου

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Και πάω να κυνηγήσω

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Άντε βρίσκω λαγόν από ‘βοσκε

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ περδίκα χιονισμένη

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Ρίχνω σκοτώνω το λαγό

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ λαβώνω την περδίκα

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Έκατσα τη μαϊέρεψα

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ σ’ αρχοντικό τραπέζι

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Κι ακάλεσα τις έμορφες

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ να ρθουν να τις φιλέψω

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Μόλις κινήσαν κι έρχονται

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ όλες με την αράδα

Ας βρέχει κι ας χιονίζει

Και μια ψηλή και μια λιγνή

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ δε φάνηκε να έρθει

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

Φαίνεται πως αρρώστησε

Μόν’ ‘βρεχε μόν’ χιόνιζε

Ωρέ βαριά για να πεθάνει

Ας βρέχει κι ας χιονίζει.

13. ΑΠΟΨΕ ΦΙΛΟΥΣ ΦΙΛΕΥΑ

Απόψε φίλους φίλευα, φίλους κι αγαπημένους.

Ν’ αρραβωνιάσω την Τασιά, μ’ αυτόν τον Αποστόλη.

Η Τασιά αντιλοήθηκε, στον αργαλειό που υφαίνει.

-Μάνα, μην αντροπιάζεσαι, τον Αποστόλ’ δεν παίρνω,

μόν’ παίρνω τζιομπανόπουλο, που παίζει τη φλογέρα.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου